Μπροσούρα Πολυτεχνείου 2019

Περί «αρίστων» και λοιπών «ανεξάρτητων»

Λίγες μόλις ημέρες μετά τη δημοσίευση άρθρων στην “Καθημερινή” και την “Liberal”, που έθεταν ευθέως στο στόχαστρο τις Γενικές Συνελεύσεις της Νομικής, εμφανίστηκε παρεμφερής καταγγελία της ΔΑΠ-ΝΔΦΚ, της “υπεύθυνης” και “no politica” δύναμης της σχολής μας. Μέσα από όλα αυτά, εκείνο που κυρίως αντιλαμβανόμαστε είναι πως για άλλη μια φορά, οι εχθρικές προς τις συλλογικές διεκδικήσεις δυνάμεις, βλέπουν με τρόμο ένα ευρύ κομμάτι κόσμου να ενεργοποιείται ενάντια στο επερχόμενο νομοσχέδιο της Κυβέρνησης για την Παιδεία, να συζητά, να αποφασίζει και να διεκδικεί δυναμικά. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, δεν πρόκειται να ασχοληθούμε με τα χυδαία ψέματα που έχουν ειπωθεί γύρω από την τελευταία Γενική Συνέλευση και να μπούμε σ’ έναν αέναο κύκλο στείρας καταγγελιολογίας, καθώς τα νούμερα μιλάνε από μόνα τους και οι 330 φοιτητές/τριες που παρευρέθηκαν σε αυτή, γνωρίζουν τι συνέβη. Απλά μια καλή άποψη θα ήταν να μην παραπληροφορούμε και να μην κοροϊδεύουμε τον κόσμο μες στα μάτια του.

Για να πούμε και μερικές αλήθειες, λοιπόν, η πραγματικότητα είναι πως η κυβερνητική νεολαία, πάγια απαξιώνει τις Γενικές Συνελεύσεις και τους ίδιους τους Φοιτητικούς Συλλόγους, αλλά και όσους/ες φοιτητές/τριες τη στήριξαν με την ψήφο τους όχι μόνο μη συμμετέχοντας σε αυτές, αλλά και σε πολλές περιπτώσεις προσπαθώντας να τις σαμποτάρει!

Εδώ μια διευκρίνιση για όσους δεν γνωρίζουν. Οι μοναδικές φορές που η ΔΑΠ έχει συμμετάσχει σε γενικές συνελεύσεις (με τελευταία φορά πριν 3 χρόνια), το έχει κάνει με μοναδικό σκοπό να τις διαλύσει και να μην αφήσει το σύλλογο να αποφασίσει, φέρνοντας πολλές φορές και μπράβους της ΟΝΝΕΔ, οι οποίοι τραμπούκιζαν ή ακόμα και επετίθεντο σε φοιτητές. Είναι γνωστή άλλωστε η κατεύθυνση της ΔΑΠ τουλάχιστον στη Νομική να διαλύσει το Φοιτητικό Σύλλογο και τον φοιτητικό συνδικαλισμό, πράγμα που φάνηκε καθαρά και πριν 2 χρόνια που επέλεξε να κάνει εκλογές μόνη της στο Ζάππειο, μακριά απ το άσυλο. Επομένως, πώς ακριβώς υπερασπίζεται “με αίσθημα υπερηφάνειας αλλά και σεβασμό απέναντι στους φοιτητές” η Γ.Σ να διεξάγεται δημοκρατικά και με ανθρώπινους όρους”; Αυτό μάλλον το κατορθώνει με την απουσία της, γιατί όντως όσοι/ες φοιτητές/τριες ήμασταν παρόντες/ουσες ως τώρα στις διαδικασίες μας, μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ότι αυτές ήταν δημοκρατικότατες και υγιέστατες, δίνοντας χώρο σε κάθε φωνή να ακουστεί.

Ακόμη επί της διαδικασίας, όσον αφορά στο επιχείρημα ψηφοφορίας με τη χρήση πάσο, ο ΦΣ πάγια, όπως και κάθε συλλογικότητα με σωματειακή δομή μετά την μεταπολίτευση χρησιμοποιεί την ψήφιση με ανάταση χειρός χωρίς επίδειξη επισήμων εγγράφων. Εξάλλου, με όρους κοινής λογικής αν πράγματι δεν σεβόμασταν την πραγματική ουσία της δημοκρατίας, δεν θα είχαν περάσει δύο χρόνια χωρίς αποφάσεις του ΦΣ Νομικής λόγω έλλειψης απαρτίας, και δεν θα υπερψηφιζόταν ποτέ πλαίσιο αντίθετο προς τα δικά μας, αφού θα είχαμε εξασφαλίσει τα νούμερα προς το συμφέρον μας. Εδώ που τα λέμε βέβαια, αν είσαι η ΔΑΠ μάλλον είναι πάρα πολύ δύσκολο να μπορέσεις να εκθέσεις ενώπιον των συμφοιτητών/τριων σου ότι είσαι εκείνη η πολιτική δύναμη εντός του Πανεπιστημίου, που τάσσεσαι ανοιχτά με τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Κι εμείς στη θέση τους, δεν ξέρουμε πόσο εύκολα θα το κάναμε. Προκαλούμε, λοιπόν, τη ΔΑΠ-ΝΔΦΚ, να έρθει στην επόμενη Γ.Σ του Φ.Σ μας και να πει ανοιχτά ότι υποστηρίζει τις διαγραφές των φοιτητών, την εξίσωση των πτυχίων των ΑΕΙ με αυτά των Κολλεγίων και γενικά όλα τα μέτρα που έρχονται να μας πλήξουν και όχι να οργανώνει εκδρομές στα δικαστήρια (που παρεμπιπτόντως όποιος/α θέλει μπορεί να πάει οποτεδήποτε και χωρίς τη συνοδεία της ΔΑΠ). Καλό θα ήταν, λοιπόν, επίσης όταν είσαι πολιτική δύναμη και θες να εκφράσεις τη γραμμή σου, να το κάνεις ως τέτοια και όχι μέσω κρυφών “ανένταχτων” μελών σου (και για να μην παρεξηγούμαστε, αναφερόμαστε στα γραμμένα μέλη της ΔΑΠ και όχι σε όντως ανένταχτους φοιτητές που απλά διαφωνούν μαζί μας).

Και για να ερχόμαστε στο πραγματικό δια ταύτα: “Είναι αδιανόητο μια ολόκληρη σχολή να παύει τη λειτουργία της, επειδή μια μικρή ομάδα ατόμων επιθυμεί να αποτελέσει τροχοπέδη σε κάθε ουσιαστική μεταρρύθμιση που κινείται προς την ποιοτική αναβάθμιση της εκπαίδευσης και την εξωστρέφεια των Πανεπιστημίων”. Επιτέλους, η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ είπε και μια αλήθεια. Μέσα στην απελπισμένη προσπάθειά της να απαντήσει γρήγορα στους φοιτητές που διεκδικούν συλλογικά και αντιστέκονται στα όσα η ΝΔ προσπαθεί να περάσει στο χώρο της Παιδείας, διολίσθησαν σε ένα λάθος. Παραδέχτηκαν πως είναι οι εκφραστές και οι πολιτικοί υλοποιητές όσων η ΝΔ έχει εξαγγείλει. Παραδέχτηκαν επίσης ότι το δίπολο κατάληψη-αντικατάληψη είναι στημένο έτσι ώστε να αποφεύγεται να συζητηθεί τι σημαίνει “αναβάθμιση” (αξιολόγηση, παρέμβαση ιδιωτικού κεφαλαίου στις σχολές), “εξωστρέφεια” (σύνδεση με την αγορά, περαιτέρω πετσόκομμα του προϋπολογισμού για την παιδεία) και άλλες τέτοιες εύσχημες γενικολογίες. Στην επόμενη Γενική Συνέλευση του Συλλόγου, λοιπόν, την Τετάρτη 30/10, μιας που “έπεσαν οι μάσκες”, ελάτε να τα πείτε έτσι.

Είναι γεγονός πως οι καταλήψεις αποτελούν το πιο δυναμικό μέσο πάλης και για τους ιστοριολάγνους είναι ακριβώς εκείνο που διαχρονικά κατάφερνε να ανατρέπει τις πολιτικές που στόχευαν στη διάλυση της ζωής του λαού και της νεολαίας και ακριβώς γι’ αυτό τις φοβούνται. Με χαρτιά, επιστολές και πρωτοκολλημένα αιτήματα “δυστυχώς” δεν άλλαξε ποτέ τίποτα! Είναι επίσης γεγονός ότι έχει επανέλθει η πολιτική συζήτηση εντός των Φοιτητικών συλλόγων. Γι’ αυτό συνεδριάζουν, γι’ αυτό κάνουν καταλήψεις. Η αγωνία για τις σπουδές και το εργασιακό μας μέλλον, που πλήττεται από τις αντιλαϊκές πολιτικές που με συνέπεια εφάρμοσε ο ΣΥΡΙΖΑ και τώρα εντείνει η ΝΔ είναι αυτή που μας κινητοποιεί. Δε θα αφήσουμε κανέναν να αποφασίζει για εμάς χωρίς εμάς.

Και γι’ αυτό θα είμαστε και στην επόμενη Γενική Συνέλευση, την Τετάρτη 30/10 στη 1 στο αμφ. 1. Και καλούμε και τη ΔΑΠ να τοποθετηθεί επιτέλους ξεκάθαρα.

Κοινό κείμενο από τη ΡΑΠαΝ-ΣΑΦΝ [εαακ], την ΑρΕν και την Αντινομία ΕΑΑΚ

Σε συνέντευξη για δουλειά: -Εσύ ποια σχολή τελείωσες; -Νομική Αθήνας. Εσύ; -American College. Έχουμε τα ίδια επαγγελματικά δικαιώματα. Τέλειο;

«Λειτουργούν κάποια Κολλέγια που δεν έχουν τα ίδια επαγγελματικά και ακαδημαϊκά δικαιώματα με τα δημόσια Πανεπιστήμια. Η πολιτεία οφείλει να μεριμνήσει σε αυτό και να ασχοληθεί και με το καθεστώς των Κολεγίων. Είναι κάτι που σκοπεύουμε να κάνουμε. Έχουμε σχέδιο και θα μελετήσουμε συνολικά το πλαίσιο των Κολεγίων. Μελετάμε το νέο νόμο για το ΣΑΕΠ. Υπάρχουν φοβερές καθυστερήσεις αναγνώρισης των πτυχίων. Κοιτάμε συνολικά το θεσμό του ΣΑΕΠ και για το πως μπορεί να βελτιωθεί το νομικό πλαίσιο», αυτά είπε η κ. Κεραμέως, Υπουργός Παιδείας της Νέας Δημοκραρτίας, σε σχέση με το ζήτημα της ισοτίμησης των πτυχίων των Κολλεγίων και των ξένων Πανεπιστημίων με αυτά των ΑΕΙ. Η εν λόγω τροπολογία έχει κατατεθεί απ’ την Υπουργό προς επεξεργασία στη Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή της Βουλής κι ενσωματώθηκε σε άσχετο με την Παιδεία νομοσχέδιο, συγκεκριμένα στο αναπτυξιακό, το οποίο θα τεθεί προς ψήφιση εντός της εβδομάδας, σε μια προσπάθεια πλήρους εναρμόνισης με τις επιταγές της ΕΕ.

Φάσκετε και αντιφάσκετε

Πριν πούμε οτιδήποτε άλλο σε σχέση με την εξίσωση των πτυχίων ως τέτοια, θέλουμε να κάνουμε ένα σχόλιο για την αντίληψη της κυβέρνησης και της ίδιας της Υπουργού, για την “αριστεία” που τόσο συχνά ευαγγελίζονται, καθώς φαίνεται πως τους διακατέχουν δύο μεγάλες αντιφάσεις. Όταν η κ. Κεραμέως ρωτήθηκε σε σχέση με την κατάργηση της κλήρωσης για τη σημαία στις παρελάσεις και την επαναφορά του συστήματος της βαθμολογικής απόδοσης, είπε πως αυτό γίνεται σε μία κατεύθυνση επιβράβευσης της προσπάθειας και όχι της τύχης. Επίσης, όλες οι αναδιαρθρωτικές τομές που επιχειρεί η Κυβέρνηση στην Παιδεία, γίνονται υπό το κάλυμμα της επιβράβευσης μιας δήθεν αριστείας. Κι εδώ είναι που μπαίνει η πρώτη αντίφαση. Συγκεκριμένα, αναρωτιόμαστε πώς ακριβώς είναι αξιοκρατικό και “επιβράβευση της προσπάθειας” το να αξισώνεται ένα πτυχίο που αποκτάται μετά πολλών κόπων και βασάνων και όντως σκληρής προσπάθειας (αυτό των ΑΕΙ), με ένα πτυχίο που επί της ουσίας αγοράζουν όσοι έχουν τη δυνατότητα να το κάνουν (αυτό των Κολλεγίων). Το ποιος θα μπορεί να διαθέσει χρήματα για να σπουδάσει δεν είναι ζήτημα τύχης; Η δυνατότητα παράκαμψης του σκληρότατου θεσμού των Πανελληνίων και η ταυτόχρονη δυνατότητα να μπορείς να πάρεις ένα πτυχίο χωρίς κάποια ιδιαίτερη κούραση, είναι αυτό που η Κυβέρνηση θέλει να νοηματοδοτήσει ως αριστεία και προσπάθεια; Αν ναι, τότε υπάρχει πρόβλημα και έχει αποτύχει παταγωδώς.

Η δεύτερη αντίφαση έχει να κάνει με ότι η Κυβέρνηση προσπαθεί να μας πείσει ότι πολλές απ’ τις επιθετικές τομές που επιχειρεί στην Παιδεία, γίνονται στην κατεύθυνση αποσυμφόρησης της αγοράς εργασίας προς αντιμετώπιση της κατανεμητικής αστάθειας, λόγω της υπερπαραγωγής αποφοίτων σε ορισμένους κλάδους. Δεν μένει, λοιπόν, παρά να αναρωτηθούμε πώς ακριβώς θα πετύχει αυτή της την επιδίωξη με την περαιτέρω επιβάρυνση επιστημονικών κλάδων με αποφοίτους διαφορετικών ταχυτήτων και κατάρτισης; Πρόκειται λοιπόν για άλλη μια παταγώδη αποτυχία και μεγάλη έκθεση της Κυβέρνησης και του Υπουργείου, που απογυμνώνει τις πραγματικές τους επιδιώξεις για το Πανεπιστήμιο.

Η πραγματικότητα είναι…

Και μετά απ’ αυτή την επισήμανση των αναντιστοιχιών της Κυβέρνησης, ας δούμε το ζήτημα λίγο πιο συγκεκριμένα. Από το Υπουργείο Παιδείας, στο δρόμο που προλείανε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, προωθείται αυτοματοποιημένη διαδικασία αναγνώρισης των πτυχίων Κολεγίων και ξένων Πανεπιστημίων. Ειδικότερα, με την τροπολογία που αναφέρθηκε και παραπάνω, το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων (ΣΑΕΠ) θα αποδίδει άμεσα με αυτοματοποιημένες διαδικασίες στους αποφοίτους ξένων Πανεπιστημίων και Κολλεγίων, κατόπιν αίτησής τους, την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων και ισοδυναμίας. Εδώ έχει αξία να επισημανθεί ότι μοναδικός φορέας ακαδημαϊκής αναγνώρισης των πτυχίων των κολλεγίων είναι ο Διεπιστημονικός Οργανισμός Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (ΔΟΑΤΑΠ).

Όλα αυτά επιχειρούνται σε μία συνθήκη που τα επαγγελματικά και εργασιακά μας δικαιωμάτα έχουν υποστεί ήδη διαλυτική συρρίκνωση, γεγονός που ωθεί τους αποφοίτους σε μια διά βίου προσπάθεια ειδίκευση, αποειδίκευσης και επανειδίκευσης, όπως θα μπορούσαμε να το αποτυπώσουμε σε ένα τρίπτυχο. Η τροπολογία αυτή, λοιπόν, έρχεται να υποβαθμίσει ακόμα περισσότερο την ισχύ των πτυχίων μας και την μερική επαγγελματική κατοχύρωση που αυτά παρείχαν. Μερική ακριβώς γιατί στο δικό μας τουλάχιστον επάγγελμα, απαραίτητη προϋπόθεση για την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, είναι η 18μηνη άσκηση και οι εξετάσεις στους Δικηγορικούς Συλλόγους. Αυτά βέβαια είναι άλλη “πληγή” που δεν είναι της παρούσης. Γίνεται προσπάθεια να μπουν οι νέοι/ες σε ένα καθεστώς ακόμα μεγαλύτερου ανταγωνισμού και προσπάθειας επαγγελματικής αποκατάστασης, αντιμετωπίζοντας ως εχθρό το διπλανό τους και όχι εκείνον που πραγματικά διαλύει το παρόν και το μέλλον τους, δηλαδή τις καταστροφικές πολιτικές Κυβέρνησης και ΕΕ. Με την εξίσωση, λοιπόν, των πτυχίων των κολλεγίων με τα πτυχία των ΑΕΙ, δημιουργείται μια συνθήκη κατά την οποία ο απόφοιτος ΑΕΙ θα διαπραγματεύεται με τον εκάστοτε εργοδότη με πολύ χειρότερους όρους, καθώς ο δεύτερος θα μπορεί να απειλεί ανά πάση στιγμή για οποιαδήποτε αλλαγή στη σχέση εργασίας (απόλυση, μείωση μισθού κλπ). Ο δε απόφοιτος Κολλεγίου θα βιώνει άθλιες συνθήκες εργασίας και θα λέει και «ευχαριστώ » που μπορεί να εργάζεται. Έτσι, και στις δύο περιπτώσεις η αξία του πτυχίου των ΑΕΙ θα συμπιέζεται προς τα κάτω, καθώς οι όροι διαπραγμάτευσης των συνθηκών εργασίας μεταξύ εργαζόμενου και εργοδότη θα εξαλειφθούν και οι εργοδότες θα είναι οι μόνοι που θα ορίζουν τις συνθήκες εργασίας. Ακόμα, λόγος πρέπει να γίνει και για το γεγονός πως αν περάσει το μέτρο αυτό, θα αλλάξει και το ίδιο το πρόγραμμα σπουδών των ΑΕΙ. Θα γίνουν δηλαδή τα προγράμματα σπουδών πολύ πιο εξειδικευμένα, προκειμένου να μπορούν να «εναρμονιστούν» και να «ανταγωνιστούν» τα προγράμματα σπουδών των Κολλεγίων. Και άρα, αυτό θα σημαίνει ρευστοποίηση των επαγγελματικών δικαιωμάτων και κατάργηση της ενιαιότητας τους, δυνάμει δε και διάσπαση του γνωστικού αντικειμένου Περαιτέρω, η τροπολογία για την ισοτίμηση των πτυχίων ανοίγει με σαφή τρόπο την “πίσω πόρτα” για τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια και την επίθεση στο άρθρο 16 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το Δημόσιο και Δωρεάν χαρακτήρα της εκπαίδευσης, γεγονός που αποτελεί πάγια στόχευση των κυβερνήσεων και στο παρελθόν έχει επιχειρηθεί ως τέτοια. Όπως λέει μ΄ έναν τρόπο και ο τίτλος, δηλαδή, τι αποφοιτάς από τη Νομική Αθήνας, τι από το Αμερικανικό Κολλέγιο, για την αγορά εργασίας και την κατοχύρωση των επαγγελματικών δικαιωμάτων θα είναι “ένα και το αυτό”.

Η απάντηση

Για εμάς είναι σαφές πως οι πολιτικές της Κυβέρνησης κινούνται σε μία κατεύθυνση πλήρους υποβάθμισης της Δημόσιας και Δωρεάν Παιδείας, αλλά και της πειθάρχησης της νεολαίας σε ένα συγκεκριμένο μοντέλο φοιτητή και εργαζομένου, όσο κι αν προσπαθούν να κρυφτούν πίσω από αντιφατικές τοποθετήσεις. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο δεν πρόκειται να πάμε ούτε βήμα πίσω απ’ τα συλλογικά μας συμφέροντα και διεκδικήσεις. Δεν πρόκειται ποτέ να δεχτούμε τη διάλυση των σπουδών και των ζωών μας, συμβιβαζόμενοι σε μια κανονικότητα που προσπαθούν να μας επιβάλουν. Μπλοκάρουμε με όλες μας τις δυνάμεις την τροπολογία για την εξίσωση των πτυχίων μας με αυτά των κολλεγίων και των ξένων Πανεπιστημίων. Καλούμε όλους/ες σε κινητοποίηση την ημέρα κατάθεσης του αναπτυξιακού νομοσχεδίου στα Προπύλαια. Παλεύουμε για Δημόσιο και Δωρεάν Πανεπιστήμιο, για πτυχία με όλα τα επαγγελματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα σε αυτά ως μόνη προϋπόθεση για εργασία και για δουλειά και ζωή με αξιοπρέπεια!

Οι Γενικές Συνελεύσεις και οι Καταλήψεις είναι του σατανά. Μπορεί και όχι. Προχωράμε!

Μετά τη Γενική Συνέλευση της προηγούμενης εβδομάδας, είναι γεγονός πως ο Σύλλογος ξαναμπήκε μετά από καιρό σε λειτουργία, με τα σχεδόν 200 άτομα που συμμετείχαν σε αυτή να το δηλώνουν ξεκάθαρα. Οι Γ.Σ, λοιπόν, είναι το ανώτερο όργανο λήψης αποφάσεων των Φοιτητικών Συλλόγων (Φ.Σ) και το πιο αμεσοδημοκρατικό μέσο που έχουμε για να συζητάμε και να αποφασίζουμε συλλογικά γύρω από τα ζητήματα που μας αφορούν ως φοιτητές/τριες και ως ενεργά μέλη της κοινωνίας. Σ’ αυτές μπορούμε – και για εμάς είναι επιτακτικό – να συμμετέχουμε ενεργά όλοι/όλες οι φοιτητές/τριες, να εκφραζόμαστε, να προβληματιζόμαστε και εν τέλει με βάση την όλη κουβέντα να αποφασίζουμε για το πώς θα κινηθούμε εν όψει των εκάστοτε προβλημάτων που έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Περαιτέρω, εμείς στις Γ.Σ θέλουμε να συμμετέχουν και να εκφράζονται και όλες οι πολιτικές δυνάμεις, να εκθέτουν τις απόψεις τους και να προτείνουν λύσεις γύρω από τα ζητήματά μας. Παρ’ όλα αυτά, όμως, η κυβερνητική νεολαία του Μητσοτάκη, η αγαπημένη μας ΔΑΠ, επιλέγει πάγια να απέχει από τις συλλογικές διαδικασίες του Φ.Σ, αποφεύγοντας μονίμως να εκφράσει ενώπιον όλων μας τις κατευθύνσεις και τις επιδιώξεις της για τη σχολή και την Παιδεία. Βέβαια, τους καταλαβαίνουμε και λίγο (#not). Πρέπει να είναι δύσκολο να πεις μπροστά στους συμφοιτητές/τριές σου ότι υλοποιείς όλες τις πτυχές της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης που διαλύουν τις σπουδές και τη ζωή μας, ότι προωθείς τις διαγραφές φοιτητών, την εξίσωση των πτυχίων μας με αυτά των ιδιωτικών κολλεγίων, την καταστρατήγηση του δημόσιου και δωρεάν χαρακτήρα του Πανεπιστημίου, την υποχρηματοδότηση και υποστελέχωση των Ιδρυμάτων, την εντατικοποίηση των ρυθμών σπουδών μας, την είσοδο των επιχειρήσεων στις σχολές, την προώθηση της έρευνας για τις ανάγκες της αγόρας εργάσιας κοκ – καλύτερα να σταματήσουμε εδώ, γιατί δεν θα τελειώσουμε ποτέ, το πιάσατε το νόημα.

Τί έγινε την περασμένη βδομάδα

Την περασμένη εβδομάδα, ξεκίνησε ένας μεγάλος γύρος Γενικών Συνελεύσεων στη συντριπτική πλειοψηφία των σχολών πανελλαδικά, με αποτέλεσμα δεκάδες Σύλλογοι να συντονιστούν και να λάβουν αγωνιστικές αποφάσεις ενάντια στο επερχόμενο πολυνομοσχέδιο της κυβέρνησης της ΝΔ, που φέρνει μια σειρά διαλυτικών τομών για την Παιδεία. Το πώς οι αιχμές των κινήσεων της κυβέρνησης αποτελούν σφοδρή επίθεση στις σπουδές μας και τη ζωή μας, έχει ανοίξει σαν κουβέντα όλο το προηγούμενο διάστημα, με αποτέλεσμα την Τετάρτη 9/10 να πραγματοποιηθεί μαζική Γενική Συνέλευση του Φοιτητικού μας Συλλόγου, προκειμένου να συζητηθεί το πώς κινούμαστε απέναντί τους. Μετά από μια υποδειγματική διαδικασία, όπου εκφράστηκαν και ανένταχτοι/ες φοιτητές/τριες, όπως άλλωστε πρέπει, ο Σύλλογος μας πήρε αγωνιστική απόφαση, υπερψηφίζοντας το Ενιαίο Αγωνιστικό Πλαίσιο των δυνάμεων της ΡΑΠαΝ-ΣΑΦΝ [εαακ], της Αριστερής Ενότητας, της Αντινομία ΕΑΑΚ και ανένταχτων φοιτητών/τριων. Μεταξύ αυτών που αποφασίστηκαν, λοιπόν, ήταν η συμμετοχή του Φοιτητικού μας Συλλόγου στην φοιτητική πορεία που πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή, μαζί με τους άλλους 16 Συλλόγους της Αθήνας που είχαν απόφαση, αλλά και η κατάληψη της σχολής την ίδια μέρα. Την Παρασκευή λοιπόν δεν πραγματοποιήθηκαν μαθήματα, αλλά η σχολή ἠταν ανοιχτή σε όλους, ως κέντρο κοινωνικοποίησης και πολιτικοποίησης της νεολαίας, ενώ έγινε μικροφωνική και εκδήλωση σχετικά με τις διαγραφές φοιτητών, την κατάργηση του ασύλου και τη διάλυση των επαγγελματικών μας δικαιωμάτων, τη συνέχιση των πολιτικών της υποχρηματοδότησης στην παιδεία και τις κοινωνικές ανάγκες εν γένει. Την ώρα του συλλαλητηρίου δε, το κέντρο της Αθήνας γέμισε από χιλιάδες φοιτητές που βρωντοφώναξαν πως η νεολαία δεν ξόφλησε, είναι εδώ και διεκδικεί όσα της ανήκουν, πως οι 17 καταλήψεις στην Αθήνα και οι δεκάδες άλλες πανελλαδικά, είναι μόνο η αρχή ενός αγώνα που μόλις ξεκίνησε. Η κυβέρνηση φυσικά, δεν δίστασε να απαντήσει με σφοδρή βία απ’ την αστυνομία, η οποία χρησιμοποίησε χημικά και χειροβομβίδες κρότου-λάμψης ενάντια στους διαδηλωτές, με αποτέλεσμα κάποιοι από αυτούς να τραυματιστούν. Βἐβαια, αυτό δεν είναι κάτι που μας εκπλήσσει. Είναι γνωστή η βούληση των εκάστοτε κυβερνήσεων, από το ΣΥΡΙΖΑ μέχρι τη Νέα Δημοκρατία να καταστείλουν το μαζικό κίνημα που αντιδρά στις διαλυτικές για την κοινωνική πλειοψηφία πολιτικές τους.

Μεγάλη αναταραχή, υπέροχη κατάσταση

Την Παρασκευή, λοιπόν, η Νομική τέλεσε υπό κατάληψη, με απόφαση που προέκυψε από μια δημοκρατικότατη διαδικασία από τους φοιτητές για τους φοιτητές, δίνοντας το νόημα που αρμόζει στις καταλήψεις. Πρόκειται για μια απόφαση που πάρθηκε με καθ’ όλα δημοκρατικό τρόπο, τον πιο δημοκρατικό που υφίσταται στους Συλλόγους. Αντίθετα, μη δημοκρατικό και αυταρχικό είναι το συνηθισμένο πια κλείσιμο της Σχολής από τη Διοίκηση (“lock out”), ούτε καν με απόφαση όλων των καθηγητών, με μοναδικό σκοπό την καταστολή διαφόρων εκφάνσεων του Φοιτητικού Κινήματος. Περνώντας, λοιπόν, στο κομμάτι των καταλήψεων, αυτό που πρωταρχικά χρειάζεται να ειπωθεί είναι πως καμιά φορά τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως θέλουν πολλοί να πιστέψουμε ότι είναι. Οι καταλήψεις, αποτελούν μέσο διεκδίκησης, το πιο οξυμένο, που έχουν στα χέρια τους οι εργαζόμενοι και η νεολαία για την προάσπιση και κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους και είναι ιστορική αλήθεια πως μέσω αυτών το λαϊκό και φοιτητικό κίνημα έχει καταφέρει να κερδίσει πολλά, τόσο στο πεδίο της εργασίας όσο και της Παιδείας. Ωστόσο, δεν έχει νόημα να κάνουμε κάποια ιστορική αναδρομή. Πολλώ δε μάλλον, έχει νόημα να δούμε γιατί στην τωρινή συγκυρία οι φοιτητές/τρίες έχει νόημα να παλέψουμε με όλα τα μέσα που διαθέτουμε. Η απάντηση είναι σχετικά απλή και μπορεί να συμπυκνωθεί στο εξής: η πραγματικότητα και το μέλλον που προσπαθούν να μας προδιαγράψουν δεν μας χωράει και όσο πιο οξυμένη είναι η επίθεση, τόσο πιο οξυμένη πρέπει να είναι και η αντίσταση. Δεν μας χωράει ένα Πανεπιστήμιο αποστειρωμένο, με χαρακτηριστικά εξεταστικού κέντρου, που θα προσπαθούμε να προσθέσουμε ώρες στη μέρα για να καταφέρουμε να το τελειώσουμε, που θα πρέπει να πληρώνουμε για να σπουδάζουμε, που θα φοβόμαστε να εκφραστούμε και να μοιραστούμε τα ερωτήματα και τις ανησυχίες μας με τους συμφοιτητές μας, που θα ζούμε με το φόβο της διαγραφής, βλέποντας τους κόπους χρόνων να πηγαίνουν στα σκουπίδια. Δεν μας χωράει μια πραγματικότητα που τα πτυχία μας θα είναι “κουρελόχαρτα”, που θα κληθούμε να δουλέψουμε χωρίς εργασιακά δικαιώματα, που θα τρέχουμε 10-12 ώρες τη μέρα να κάνουμε “λάντζα” για να ζούμε με 400 ευρώ το μήνα (αν μας τα δίνουν κι αυτά). Και όποτε το κράτος και οι κυβερνήσεις ήρθαν αντιμέτωποι με ένα δυνατό και μαζικό Φοιτητικό Κίνημα, αναγκάστηκαν να συμμορφωθούν στις απαιτήσεις τους. Αυτός είναι ο λόγος που μπορούμε ακόμα να μιλάμε στοιχειωδώς για δημόσιο και δωρεάν Πανεπιστήμιο μέσα στο οποίο εμείς οι ίδιοι θα ορίζουμε το πώς θα υπάρχουμε.

Και γιατί τώρα;

Ήρθε η ώρα λοιπόν να δείξουμε πως έχουμε λόγο για τη ζωή μας και να ενωθούμε με όλους όσους ονειρεύτηκαν ότι θα ζήσουν άλλιως. Γιατί δεν είναι μόνο ότι η κατάσταση δεν πάει άλλο, είναι κυρίως πως πρέπει να την κάνουμε να πάει αλλιώς! Γιατί όλοι θέλουμε να πάρουμε πτυχίο, γι’αυτό άλλωστε σπουδάζουμε, αλλά το ζήτημα είναι κυρίως το πτυχίο αυτό να είναι η μόνη προϋπόθεση για δουλειά και ζωή με αξιοπρέπεια. Τώρα είναι πιο αναγκαίο από ποτέ να συνεχίσουμε τον αγώνα για να κερδίσουμε αυτά που μας ανήκουν. Η κυβέρνηση μέχρι στιγμής τηρεί σιγή ιχθύος απέναντι στις διεκδικήσεις του φοιτητικού κινήματος. Από πλευράς μας έχει ειπωθεί ξεκάθαρα ότι δε θα πάμε βήμα πίσω από τις γενικές μας συνελεύσεις και τις διαδηλώσεις, ότι δε θα δεχτούμε καμία περαιτέρω υποβάθμιση των σπουδών και των ζωών μας. Συνεχίζουμε με συνελεύσεις και καταλήψεις μαζί με τους Φοιτητικούς Συλλόγους όλης της Ελλάδας, σε κατεύθυνση συντονισμού με τα υπόλοιπα κομμάτια της εκπαιδευτικής κοινότητας, με κόμβο την πορεία της Πέμπτης 17/10 στο κέντρο της Αθήνας.

Για όλους αυτούς τους λόγους, όλοι και όλες στη Γενική Συνέλευση την Τετάρτη 16/10, 13:00, αμφ. 1

Κοινό κείμενο της ΡΑΠαΝ-ΣΑΦΝ [εαακ], της Αντινομία ΕΑΑΚ και της Αριστερής Ενότητας.

Διαγραφές δεν σηκώνω εγώ που λες!

Διανύοντας μόλις τον τέταρτο μήνα διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας θα λέγαμε πως είναι σαν να βρισκόμαστε «στο ίδιο έργο θεατές», παρακολουθώντας ένα πλήθος αναδιαρθρώσεων σε κοινωνικό, εργασιακό και εκπαιδευτικό επίπεδο, οι οποίες αποτελούσαν πάγια επιδίωξη της κυβέρνησης. Έχουμε ήδη έρθει αντιμέτωποι με την περαιτέρω συρρίκνωση των εργασιακών δικαιωμάτων και των συνδικαλιστικών ελευθεριών που αποτυπώνονται στην απελευθέρωση των απολύσεων με την παροχή της δυνατότητας στους εργοδότες να μην λογοδοτούν και να μην προειδοποιούν τους εργαζομένους γι’ αυτές, στην κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, στην αύξηση της απαρτίας για την κήρυξη απεργίας, στο φακέλωμα των συνδικαλιστικών οργανώσεων και ο κατάλογος είναι ακόμα πολύ μακρύς. Αυτήν τη στιγμή, βέβαια, οι αλλαγές και τα νέα μέτρα έρχονται με πολύ πιο επιθετικούς και άμεσους όρους σε σχέση με το παρελθόν, συναντώντας εύφορο πεδίο εφαρμογής, με την κοινωνία να βρίσκεται σε χειρότερες θέσεις μάχης, καθώς προηγήθηκε μια τετραετία διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία προλείανε το έδαφος για την επιβολή των αναδιαρθρώσεων αυτών.

Θα σας εξαφανίσομεν

Στα ίδια πλαίσια κινείται η νέα κυβέρνηση και στο κομμάτι της εκπαίδευσης με την υπουργό Παιδείας Ν. Κεραμέως, να έχει προβεί στην αναγγελία 22 σημείων σχετικά με τροποποιήσεις στον τομέα της εκπαίδευσης, πτυχές των οποίων έχουν προκαλέσει έντονες ανησυχίες στην φοιτητική κοινότητα. Ειδικότερα, μια από τις σημαντικότερες και πιο πολυσυζητημένες αιχμές που περιλαμβάνονται στο επερχόμενο νομοσχέδιο της νέας κυβέρνησης, είναι αυτό της καθιέρωσης του ορίου φοίτησης. Αυτό που προβλέπεται είναι η θέσπιση των ν+2 ετών ως ανώτατου ορίου φοίτησης, έπειτα από το πέρας του οποίου οι φοιτητές θα διαγράφονται, χάνοντας τη δυνατότητα να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Βέβαια, το τοπίο είναι ακόμα αρκετά θολό. Ορίζεται, δηλαδή, ότι το μέτρο του ν+2 θα ξεκινήσει να ισχύει από τη «νέα φουρνιά» εισαχθέντων, ενώ για τους ήδη φοιτούντες θα προβλέπονται μεταβατικές διατάξεις, οι οποίες δεν έχουν μέχρι στιγμής αποσαφηνιστεί, εντείνοντας το ήδη υπάρχον κλίμα αβεβαιότητας και ανασφάλειας. Ποιοι είναι, όμως, οι λόγοι και οι στοχεύσεις πίσω από ένα τέτοιο μέτρο και γιατί αυτό αποτελεί ιεράρχηση της κυβέρνησης; Η απάντηση σίγουρα δεν είναι η οικονομική «ελάφρυνση» και «εξυγίανση» του Πανεπιστημίου. Άλλωστε, αν απασχολούσε το υπουργείο παιδείας και την κυβέρνηση η καλύτερη λειτουργία των πανεπιστήμιων, θα ασχολούταν με την υποχρηματοδότηση και την υποστελέχωση τους, πρόβλημα που όχι μόνο δεν φαίνεται να τους ενοχλεί, αλλά αντίθετα κινούνται στην κατεύθυνση όξυνσης τους. Ο στόχος, λοιπόν, των διαγραφών, όπως έχει δηλώσει και η ίδια η Υπουργός Παιδείας, δεν είναι δημοσιονομικός, αλλά αντίθετα, «πρέπει να περάσει ένα ξεκάθαρο μήνυμα πειθαρχίας», αφού οι λεγόμενοι «αιώνιοι» φοιτητές δεν αποτελούν οικονομική επιβάρυνση για το κράτος και την κοινωνία, καθώς μετά το τέλος των ν+2 ετών το φοιτητικό πάσο λήγει και ο φοιτητής δεν δικαιούται πλέον καμία φοιτητική παροχή.

Στην πραγματικότητα, η απειλή των διαγραφών λειτουργεί ως σημαντικός μοχλός πίεσης του φοιτητή, ο οποίος προσπαθεί να αντεπεξέλθει στις επαχθείς συνθήκες και τις συνεχώς αυξανόμενες απαιτήσεις του πανεπιστημίου με κάθε κόστος. Είναι σαφές, λοιπόν, πως με το εν λόγω μέτρο, η φοιτητική κοινότητα πλήττεται ενιαία, με διαφορετική ωστόσο ένταση ανάλογα με τις περαιτέρω δυσκολίες του καθενός/μιας και επιδιώκεται η ολική εντατικοποίηση των σπουδών μας και η πλήρης πειθάρχησή μας, σε μια νόρμα του «σκάσε-διάβαζε-τελείωνε». Οι φοιτητές υπό τον φόβο της αφαίρεσης του δικαιώματος συνέχισης των σπουδών τους, μπαίνουν σε μια διαδικασία άνευ όρων συμμόρφωσης και παρωπιδιασμένης αφοσίωσης σε ένα στείρο και εξοντωτικό πρόγραμμα σπουδών προκειμένου να τελειώσουν μέσα στο ορισμένο διάστημα τη σχολή τους. Επιπλέον, με τις διαγραφές γίνεται σαφής και η έννοια της ανταποδοτικότητας, του δούναι και λαβείν, η οποία έχει κεντρικό ρόλο στην εκπαιδευτική πολιτική της ΝΔ. Μιας ανταποδοτικότητας αρνητικής, που κλείνει την πόρτα σε όσους βγουν εκτός χρονικού περιθωρίου δίνοντας το μήνυμα ότι αυτές οι πρακτικές δεν χωράνε στο πανεπιστήμιο.

Όλο αυτό, βέβαια, δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να το δούμε αποκομμένο από την αγορά εργασίας. Το πανεπιστήμιο είναι ο κατεξοχήν χώρος αναπαραγωγής των όρων της αγοράς εργασίας, λειτουργώντας ως εκείνο το πεδίο που αναπαράγονται και εμπεδώνονται τα βασικά χαρακτηριστικά του εκάστοτε μοντέλου εργαζομένου που έχει ανάγκη η παραγωγή. Υπ’ αυτήν την έννοια, οι διαγραφές στοχεύουν ακριβώς στην από νωρίς διαμόρφωση ενός πειθήνιου και ευέλικτου εργατικού δυναμικού, «παραγωγικού» για την αγορά και προσαρμοσμένου στις δυσχερείς συνθήκες εργασίας που του επιβάλλονται. Οι ρυθμίσεις σχετικά με τις διαγραφές, έχουν άμεση σύνδεση και με την επικείμενη αξιολόγηση των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Πιο συγκεκριμένα, ο μικρός μέσος όρος φοίτησης σε ένα τμήμα, όπως και ο μικρότερος δυνατός λόγος καθηγητών ανά ενεργό φοιτητή, σημαίνει καλύτερη αξιολόγηση για το τμήμα και, άρα, μεγαλύτερη κρατική χρηματοδότηση, μαζί με ένα προφίλ τμήματος άξιο σεβασμού και αποδοχής από την κοινωνία. Η κυβέρνηση, με άλλα λόγια, θα λέγαμε ότι προσπαθεί να κάνει ένα «ξεσκαρτάρισμα» στις σχολές. Αυτό δε, γίνεται ακόμα πιο καθαρό εάν συνδυαστεί με την αναγραφή στο πτυχίο των χρόνων φοίτησης και την κατανομή των αποφοίτων στους μηχανισμούς δια βίου επανακατάρτισης , των οποίων η λειτουργία ενισχύεται από κάθε κυβέρνηση των τελευταίων ετών. Όσοι για οποιονδήποτε λόγο αδυνατούν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους εντός ν+2 ετών (πόσω μάλλον εάν ανήκουν σε πληττόμενα και οικονομικά ασθενέστερα κομμάτια της κοινωνίας) θα θεωρούνται «ανίκανοι» για την κοινωνία και την αγορά, ενώ θα αναδεικνύονται όσοι αποφοιτούν εγκαίρως και ανταποκρίνονται στο πρότυπο της «αριστείας» που προστάζει η κ. Κεραμέως και η κυβέρνηση της ΝΔ.

Η απάντηση

Μια τέτοια πραγματικότητα, είναι δεδομένο ότι πλήττει τον καθένα και την καθεμιά από μας και συνεπώς δεν μας χωράει. Οφείλουμε με όρους συλλογικούς να ορθώσουμε τείχη αντίστασης σε οποιοδήποτε μέτρο, οποιαδήποτε πρόβλεψη, οποιοδήποτε νομοσχέδιο έρχεται να διαλύσει τις σπουδές μας, το παρόν και το μέλλον μας. Οφείλουμε να υπερασπίσουμε τα ενιαία συμφέροντά μας και να διεκδικήσουμε την βελτίωση των συνθηκών των σπουδών και των ζωών μας. Ως το πιο δυναμικό κομμάτι της κοινωνίας, είναι δική μας δουλειά να παλέψουμε για ένα πανεπιστήμιο δημόσιο και δωρεάν για όλους, για σπουδές χωρίς χρονικούς ἠ οποιουδήποτε άλλου είδους περιορισμούς, για πτυχία που θα είναι ισχυρά και μόνη προϋπόθεση για εργασία.

Διεκδικούμε σπουδές, δουλειά και ζωή με αξιοπρέπεια!

Κάλεσμα σε Γενική Συνέλευση την Τετάρτη 9/10

Ήδη από το καλοκαίρι, η άνοδος της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας σηματοδότησε την εμπέδωση σε πρακτικό επίπεδο του δόγματος “ησυχία-τάξη-ασφάλεια” αφενός, και την εισήγηση νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας αφετέρου. Οι πολιτικές της στρέφονται ενάντια σ’ όλα τα πληττόμενα κομμάτια της κοινωνίας : τον κόσμο της εργασίας, τους πρόσφυγες, τη νεολαία, σε πλήρη εναρμόνιση με αυτές των προκατόχων της. Από την κατάργηση της αιτιολογημένης απόλυσης μέχρι τις επανειλημμένες εκκενώσεις καταλήψεων στέγασης προσφύγων και τη διαρκή αστυνομοκρατία στην περιοχή του κέντρου, οι διαθέσεις της Κυβέρνησης έχουν γίνει ξεκάθαρες.

Ανέκαθεν η νεολαία αποτελούσε το πιο δυναμικό κομμάτι της κοινωνίας, που πρωτοστατούσε σε όλους τους κοινωνικούς αγώνες. Για αυτόν το λόγο, το πρώτο μέτρο της Κυβέρνησης ήταν η κατάργηση του ασύλου, στο “νεκρό” διάστημα του καλοκαιριού, με την ελπίδα να μη συναντήσει αντίσταση. Δυστυχώς για αυτούς, οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν από τις 2 μαζικές πορείες του καλοκαιριού.  Τι είναι όμως το άσυλο και τι εξυπηρετεί η κατάργηση του; Εδώ και χρόνια  στήνεται τόσο από τις κυβερνήσεις, όσο κι από τα αντιδραστικά ΜΜΕ, το αφήγημα περί “ασύλου βίας κι ανομίας”, που βασίζεται στη μεταφορά του ναρκεμπορίου έξω από τις σχολές κέντρου με ταυτόχρονη στοχοποίηση των τοξικοεξαρτημένων, και τη σκόπιμη σύγχυση της πολιτικής δράσης στις σχολές με εγκληματικές ενέργειες. Φυσικά, τα γεγονότα μιλάνε από μόνα τους : σύμφωνα με έρευνα της ΕΛ.ΣΤΑΤ., η εγκληματικότητα στους χώρους τους Πανεπιστημίου είναι 70% χαμηλότερη απ’ ότι στην υπόλοιπη κοινωνία. Άλλωστε, αν πραγματικά ενδιαφέρονταν για την πάταξη του ναρκεμπορίου, οι έμποροι δε θα διακινούσαν με την παρουσία και την ανοχή της αστυνομίας. Ο πραγματικός λόγος της κατάργησης του ασύλου έγκειται στον ιστορικό του ρόλο ως εστία φοιτητικών και κοινωνικών αγώνων. Η κατάργηση του αποσκοπεί στην αναχαίτιση των αντιστάσεων  και λειτουργεί σαν δούρειος ίππος για την επέλαση της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης. Για εμάς το άσυλο δε συνίσταται μόνο στην ακαδημαϊκή ελυθερία· είναι πολύ περισσότερο ο ζωτικός χώρος όπου προβληματιζόμαστε, πολιτικοποιούμαστε, διεκδικούμε και δρούμε συλλογικά.

Μία από τις βασικότερες αιχμές του Πολυνομοσχεδίου, που το Υπουργείο Παιδείας σχεδιάζει να καταθέσει μέχρι τα Χριστούγεννα, είναι η πρόβλεψη ανώτατου ορίου φοίτησης ν+2, από το οποίο θα προκύψουν κι οι διαγραφές των φοιτητών που το έχουν ξεπεράσει. Με βάση τη λογική της “αριστείας”,στόχευση του μέτρου αυτού είναι να εντατικοποιήσει περαιτέρω τους όρους σπουδών, με αποτέλεσμα οι φοιτητές/τριες να μην έχουν χρόνο να ασχοληθούν με οτιδήποτε άλλο εκτός από τα μαθήματα, κι άρα την πλήρη αποστροφή της  πολιτικοποίησης και των συλλογικών διαδικασιών . Είναι φανερό ότι το μέτρο αυτό θα είναι ιδιαίτερα επαχθές για τους φοιτητές/τριες που εργάζονται παράλληλα με τις σπουδές τους, και όσους έρχονται  από την επαρχία, αφού οι μη δυνάμενοι να ανταπεξέλθουν θα παρατάνε τις σπουδές τους. Για εμάς είναι αυτονόητο ότι οι φοιτητές κι οι φοιτήτριες είναι οι μόνοι που πρέπει να έχουν λόγο για τους όρους των σπουδών τους.

Οι εξαγγελίες του Υπουργείου Παιδείας θέτουν πολύ εμφατικά το ζήτημα της αυτοχρηματοδότησης των Ιδρυμάτων. Τι σημαίνει όμως αυτό; Σημαίνει ότι σταδιακά θα μειώνεται η ήδη πενιχρή κρατική χρηματοδότηση και τα Ιδρύματα θα πρέπει να αναζητούν ίδιους πόρους που θα προέχονται από ιδιωτικές επενδύσεις. Κι επειδή οι επενδύσεις γίνονται με στόχο το κέρδος, είναι σαφές ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία θα έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει τα προγράμματα σπουδών και την έρευνα ανάλογα με τις ανάγκες της αγοράς, ενώ θα εκμεταλλεύεται αμισθί την εργασία φοιτητών/τριών μέσω του θεσμού της πρακτικής. Επιπλέον, εισάγεται ο θεσμός της αξιολόγησης των Ιδρυμάτων, με ανταποδοτικά κριτήρια, δηλαδή πόσο ανταγωνιστικά θα είναι. Με βάση την αξιολόγηση θα καθορίζεται και το ύψος της κρατικής χρηματοδότησης, που θα χρησιμοποιείται σα μοχλός πίεσης προς τα Πανεπιστήμια για την πιστή εφαρμογή των πτυχών του Πολυνομοσχεδίου ( διαγραφές, πρόγραμμα σπουδών κτλ). Η διαχείριση των φοιτητικών παροχών (σίτιση, στέγαση) θα παραδίδεται  μέσω των σχημάτων ΣΔΙΤ (Σύμπραξη Δημοσίου κι Ιδιωτικού Τομέα) σε εργολάβους, με συνέπεια την υποβάθμιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών και τη μετακύλιση του κόστους στις πλάτες των φοιτητ-ρι-ών. Τέλος, η επαναφορά του θεσμού των Συμβουλίων Ιδρύματος και του Γενικού Γραμματέα, στα οποία θα συμμετέχουν οι εξωακαδημαϊκοί παράγοντες κι η πολιτική ηγεσία, υπονομεύει το αυτοδιοίκητο των Πανεπιιστημίων, οδηγώστας σε αυταρχικότερες διοικήσεις και αποκλείοντας στους φοιτητές/τριες τη δυνατότητα έκφρασης και διεκδίκησης των αιτημάτων τους.

Βρισκόμαστε ήδη σε μια σχολή όπου οι ρυθμοί σπουδών είναι ιδιαίτερα εντατικοί (τεράστιος όγκος ύλης, αυθαίρετη βαθμολόγηση ) κι επιβαρυνόμαστε οικονομικά με τα αυτονόητα( κώδικες, πρακτικά, β’ τόμοι συγγραμμάτων). ΄Εχουμε δει όμως ότι σε περιπτώσεις που διακυβεύονται τα υλικά μας συμφέροντα, μόνο μέσα από συλλογικές διαδικασίες και διεκδικήσεις πετυχαίνουμε συλλογικές νίκες (πχ. έγκαιρη δημοσίευση προγραμμάτων, δυνατότητα δήλωσης 14 μαθημάτων αντί για 8 στο 8ο εξάμηνο κ.ο.κ.). Για αυτό το λόγο, τώρα περισσότερο από ποτέ, δεν πρέπει να μείνουμε απαθείς κι αμέτοχοι απέναντι στην επίθεση που μας ετοιμάζουν και να επιτρέψουμε να λαμβάνονται αποφάσεις για το μέλλον μας χωρίς εμάς. Το μέσο μας για να υλοποιήσουμε όλα αυτά είναι η Γενική Συνέλευση, το ανώτερο και πιο δημοκρατικό όργανο του Συλλόγου μας, όπου ο καθένας κι η καθεμία μπορεί να εκφράσει τις απόψεις του/της, να αποτελέσει οργανικό κομμάτι της διαδικασίας λήψης κι υλοποίησης των αποφάσεων.

Να είμαστε όλοι και όλες εκεί την Τετάρτη  9/10 στη 1μ.μ. στην αίθουσα 1.

Να αντισταθούμε στο δυστοοικό μέλλον που μας ετοιμάζουν!

CSI ΕΚΠΑ

 

Τον τελευταίο καιρό ένα ζήτημα που απασχολεί τη δημόσια συζήτηση είναι αυτό του πανεπιστημιακού ασύλου. Η νεοεκλεγείσα κυβέρνηση Μητσοτάκη έσπευσε να υλοποιήσει μία απ’ τις βασικότερες δεσμεύσεις της προεκλογικής της εκστρατείας -ή αλλιώς προπαγάνδας- καταργώντας το πανεπιστημιακό άσυλο με το ν.4623/2019 περί κυβερνησιμότητας των ΟΤΑ (!) και συγκεκριμένα με το άρθρο  64 παρ.3: «εντός των χώρων των ΑΕΙ οι δημόσιες αρχές ασκούν όλες τις κατά νόμο αρμοδιότητές τους, συμπεριλαμβανομένης της επέμβασης λόγω τέλεσης αξιόποινων πράξεων». Η αναγκαία προηγούμενη άδεια του πρυτανικού συμβουλίου για είσοδο της αστυνομίας στο πανεπιστήμιο αποτελεί ιστορικό παρελθόν δια χειρός της παρούσας Υπουργού Παιδείας Νίκης Κεραμέως. Μόνο που το παρελθόν, όπως ξεχνά ίσως η κυρία Κεραμέως, γράφτηκε από τους αγώνες των φοιτητών για δημοκρατία και είχε ως αίτημα καμία παρουσία αστυνομίας στα πανεπιστήμια. Παρελθόν βέβαια που δεν είναι μακρινό, άφησε πίσω του θύματα και είχε ως αφετηρία τη Νομική Αθηνών. Αλλά ας βάλουμε τα πράγματα σε μία σειρά.

Δύο μήνες διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας

Η ΝΔ επιχειρεί να παρουσιαστεί στην κοινωνία ως εγγυήτρια του δόγματος «τάξη και ασφάλεια». Ένα δόγμα που αξιοποιεί την καταστολή και τα ΜΜΕ, αποκρύπτοντας ταυτόχρονα τα αντιλαϊκά μέτρα που ήδη έχει ξεκινήσει να λαμβάνει (εργασιακά, ασφαλιστικό, ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ κ.α.). Κυβέρνηση, ΜΜΕ και αρκετοί καθηγητές δημιουργούν καθημερινά ένα κλίμα πόλωσης και παραπληροφόρησης γύρω από την «ανομία» εντός των σχολών που καμία σχέση δεν έχει με την πραγματικότητα. Επί της ουσίας αυτά στοχεύουν ξεκάθαρα στον αποπροσανατολισμό της κοινωνίας από τις επιθετικές κινήσεις της ΝΔ εναντίον εργαζομένων και νεολαίας εντείνοντας το αίσθημα αδιεξόδου. Στα ΜΜΕ το άσυλο καταλαμβάνει την πρώτη θέση στα θέματα επικαιρότητας, όπου δημιουργείται μια ψευδή εικόνα των σχολών ως χώρων εμπόλεμης ζώνης, με ναρκωτικά, βίαιες ένοπλες συγκρούσεις και συνδικαλιστές-τρομοκράτες οι οποίοι «ναρκοθετούν» την πανεπιστημιακή καθημερινότητα. Κανένας λόγος βέβαια δεν γίνεται για τα υποβαθμισμένα πτυχία, την ανεργία των αποφοίτων, τις άθλιες συνθήκες εργασίας, την ελλιπή κρατική χρηματοδότηση.

Η πραγματικότητα για το άσυλο «ανομίας και εγκληματικότητας»

Το πρώτο επίπλαστο επιχείρημα που προβάλλουν οι πολέμιοι του ασύλου περί εγκληματικότητας μπορεί να απαντηθεί με επίσημα στοιχεία της ίδιας της ελληνικής αστυνομίας (!). Βάσει εκθέσεων της ΕΛΑΣ το πανεπιστήμιο έχει πολύ λιγότερες παραβατικές συμπεριφορές σε σύγκριση με άλλους δημόσιους και μη χώρους. Το 2017 καταγράφηκαν μόλις 53 περιστατικά βίας στο σύνολο 200.000 καθηγητών, φοιτητών και προσωπικού, ενώ την ίδια στιγμή η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει 2054 αδικήματα ανά 10.000 κατοίκους. Σύμφωνα, μάλιστα, με την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, τα καταγεγραμμένα αδικήματα εντός του πανεπιστημίου για το 2017 αποτελούν μόλις το 0.3% των συνολικών περιστατικών. Τα ίδια  τα νούμερα, λοιπόν, καταρρίπτουν εκκωφαντικά την κυβερνητική, δημοσιογραφική και καθηγητική αφήγηση.

Το δεύτερο επιχείρημα που έχει κατασκευαστεί είναι το ζήτημα του ναρκεμπορίου μέσα στο πανεπιστήμιο (ΑΣΟΕΕ, Νομική, ΑΠΘ, ΕΜΠ). Ανατρέχοντας και πάλι στα στοιχεία της αστυνομίας και μάλιστα ιδωμένα υπό το πρίσμα των ΜΜΕ, σύμφωνα με την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, τα περιστατικά διακίνησης ναρκωτικών γύρω από το ΕΜΠ  την τριετία 2012-2014 (οπότε και καταργήθηκε το άσυλο με το ν.Διαμαντοπούλου) κινήθηκαν στα 221 ενώ την επόμενη τριετία (οπότε και θεσμοθετήθηκε εκ νέου το άσυλο) μειώθηκαν στα 69. Σαφώς, λοιπόν, το εμπόριο ναρκωτικών δεν έχει καμία σχέση με το άσυλο, όσο κι αν οι κρατικοί μηχανισμοί προσπαθούν μεθοδικά να το συνδέσουν. Το κράτος και η ίδια η αστυνομία παίζουν και ενεργητικό και παθητικό ρόλο στο θέμα των χώρων διακίνησης των ναρκωτικών, καθώς αυτή η στρατηγική είναι διαχρονική είτε για τη γκετοποίηση είτε για την αναβάθμιση μιας περιοχής. Εν προκειμένω το 2011, δηλαδή στις απαρχές της κρίσης και των μεγάλων λαϊκών και φοιτητικών κινητοποιήσεων, το κράτος και η αστυνομία μεθόδευσαν τη διεξαγωγή του εμπορίου έξω από τις σχολές, ώστε να υποβαθμίσουν το άσυλο στις συνειδήσεις των φοιτητών και της κοινωνίας.

Οι επιχειρήσεις της αστυνομίας, ομάδες ΔΙΑΣ και ΟΠΚΕ μέσα στις σχολές

Η χυδαιότητα των μηχανισμών βέβαια δεν σταματά εδώ. Ήδη, οι επεξεργασίες εστιάζουν στους πιθανούς τρόπους έμπρακτης εφαρμογής της καταστολής εντός ιδρυμάτων. Ενδεικτικά, ορισμένα επιχειρησιακά πλάνα της αστυνομίας είναι η δημιουργία ειδικής μονάδας για τα πανεπιστήμια η οποία θα έχει συνεχή επικοινωνία με τους πρυτάνεις όπως ακριβώς γινόταν στη Χούντα, καθώς και συμμετοχή των ομάδων ΔΙΑΣ και ΟΠΚΕ στην περιπολία και τον έλεγχο της εισόδου στις σχολές! Αν, άλλωστε, παρακολουθήσει κανείς τις συντεταγμένες επιχειρήσεις «εκκαθάρισης» της περιοχής των Εξαρχείων (βλ. εξώσεις προσφύγων και παιδιών, εκκένωση καταλήψεων), μπορεί να αναλογιστεί το βαθμό βίας που θα ασκηθεί  το επόμενο διάστημα από το όργανα καταστολής, εντός του ασύλου.

Οι πραγματικοί στόχοι της κυβέρνησης

Για τη ΝΔ η νομοθετική κατάργηση του ασύλου και η περιφρούρηση της κατάργησής του από τις δυνάμεις καταστολής γίνεται με στόχο την εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των πανεπιστημίων και την πάταξη της εγκληματικότητας. Επειδή, όμως, οι αριθμοί και τα στοιχεία μίλησαν πιο δυνατά απ’ την κυβέρνηση, είναι προφανές ότι η ΝΔ καταργεί το άσυλο για να καταστείλει το φοιτητικό και το λαϊκό κίνημα καθώς και τις συλλογικές διεκδικήσεις. Επιστροφή στην ομαλότητα για τη ΝΔ, τον ΣΚΑΙ και την Καθημερινή είναι ένα πανεπιστήμιο χωρίς πολιτικές συλλογικότητες, χωρίς πολιτικές πρακτικές, χωρίς φοιτητικό συνδικαλισμό, χωρίς νέους και νέες που οργανώνονται και διεκδικούν τα αυτονόητα. Χρόνια τώρα η ΝΔ οραματίζεται ένα πανεπιστήμιο όπου η εκπαιδευτική αναδιάρθρωση θα προχωρεί απρόσκοπτα με τους φοιτητές να διαγράφονται στα ν+2 έτη, τα επαγγελματικά δικαιώματα να συνθλίβονται και την κρατική χρηματοδότηση να εξαϋλώνεται.

Το άσυλο από την αρχαιότητα σήμαινε τον χώρο που δεν μπορεί να παραβιαστεί από οποιαδήποτε μορφή κρατικής εξουσίας. Το άσυλο είναι συνδεδεμένο με τις πιο λαμπρές μέρες των λαϊκών αγώνων. Κατακτήθηκε με αίμα από το νεολαιίστικο και λαϊκό κίνημα και χάρη σε αυτό ήταν δυνατή η προστασία και η αναζωπύρωση όλων των αγώνων από τον αντιδικτατορικό αγώνα έως σήμερα. Το άσυλο είναι εκείνος ο χώρος όπου υπάρχει ελεύθερη διακίνηση ιδεών και απόψεων, ελεύθερη ανάπτυξη πολιτικών και κοινωνικών σχέσεων, δυνατότητα ανάπτυξης κινηματικών διεργασιών και συλλογικών διεκδικήσεων. Τα πανεπιστήμια αποτελούν ανοιχτούς και ελεύθερους χώρους, στο εσωτερικό των οποίων πραγματοποιούνται εκδηλώσεις, πολιτικά και πολιτιστικά φεστιβάλ, και όχι αποστειρωμένα εκπαιδευτήρια και εξεταστικά κέντρα. Χώρος που μένει ανεξίτηλος στη μνήμη του λαού. Είναι αναγκαίο το φοιτητικό κίνημα να συγκρουστεί ευθέως και να διασφαλίσει το πανεπιστημιακό άσυλο από το κράτος. Ο συλλογικός μας αγώνας αποτελεί τη δυναμική απάντηση στην κυβέρνηση. Δεν θα υποχωρήσουμε ούτε στους σχεδιασμούς τους, ούτε στα χυδαία ψέματά τους. Θα διασφαλίσουμε δυναμικά και μαζικά ότι οι δυνάμεις καταστολής και η αστυνομία δεν έχουν καμία θέση μέσα στους πανεπιστημιακούς χώρους.

 

«Ανάμεσα σε ένα παιδί που εξεγείρεται και σε έναν τριαντάρη εκπαιδευμένο αστυνομικό που κρατάει πιστόλι, είμαι με το μέρος του παιδιού και όχι του αστυνομικού»

Μάνος Χατζιδάκις

Ό,τι έγινε στις Σέρρες, να μείνει να στις Σέρρες!

 

Ήδη από την πρώτη μέρα της σχολής καταλαβαίνουμε πως η απόκτηση του πτυχίου δεν είναι εύκολη υπόθεση. Χρειάζεται να παρακολουθείς «υποχρεωτικά» τα προαιρετικά μαθήματα, να κάνεις εργασίες, να διαβάζεις ολόκληρους τόμους για την εξεταστική προκειμένου να  πάρεις το πολυπόθητο πτυχίο. Τι θα σου προσφέρει, όμως, αυτό; Σίγουρα όχι τα επαγγελματικά δικαιώματα του κλάδου. Προκειμένου να τα αποκτήσεις θα πρέπει πρώτα να περάσεις το στάδιο της 18μηνης άσκησης, κατά την οποία δουλεύεις υπό άθλιες εργασιακές συνθήκες (12ωρα για 300-350€ στην καλύτερη, ασκώντας χρέη γραμματέα), αφού δεν αναγνωρίζεται ο ασκούμενος ως εργαζόμενος με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζονται ούτε οι μίνιμουμ κατοχυρώσεις της εργατικής νομοθεσίας. Με την ολοκλήρωση της άσκησης, μπορούμε απλώς να συμμετάσχουμε στις πανελλαδικές εξετάσεις για την απόκτηση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος στους οικείους δικηγορικούς συλλόγους. Αν κατορθώσουμε να επιτύχουμε σε όλα αυτά, μπορούμε επιτέλους να ασκήσουμε τη δικηγορία.

Σε τα παραπάνω έρχονται να προστεθούν τα αντίθετα με τα συμφέροντα των αποφοίτων της σχολής μέτρα, που υπερψηφίστηκαν πρόσφατα στο 14ο Πανελλήνιο Συνέδριο Δικηγορικών Συλλόγων στις Σέρρες. Εκεί, μετά από την υπερψήφιση της εισήγησης του προέδρου του ΔΣ του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, κ. Βερβεσού, η πρόσβαση στο δικηγορικό επάγγελμα θα προϋποθέτει επιπλέον σεμινάρια με υποχρεωτικές ώρες παρακολούθησης. Φορέας αυτών των σεμιναρίων θα είναι τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης, ως αυτοτελή νομικά πρόσωπα, ανεξάρτητα από τους δικηγορικούς συλλόγους. Προφανώς και το ενδεχόμενο της επί πληρωμή παρακολούθησης τους παραμένει ανοιχτό.

Όπως γίνεται αντιληπτό, τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης θα κινούνται επιπλέον και σε μία κατεύθυνση διαρκούς εκπαίδευσης και επανεξειδίκευσης των δικηγόρων. Αυτό καταδεικνύεται και από την πρόταση του Βερβεσού για πιστοποίησή τους από τους δικηγορικούς συλλόγους ανά τομέα ειδίκευσης, κατόπιν εξετάσεων στον συγκεκριμένο τομέα. Γίνεται σαφές ότι η ατύπως υφιστάμενη προϋπόθεση εξειδικευμένων γνώσεων, προκειμένου ο απόφοιτος Νομικής να είναι ανταγωνιστικός στην αγορά εργασίας, είναι ένα βήμα πριν την επίσημη θεσμοθέτησή της. Υπό το πρίσμα αυτό, ο φοιτητής και μελλοντικός εργαζόμενος πιστεύει ότι μπορεί να ελπίζει σε μία δουλειά αν πειθαρχήσει σε καθηγητές και εργοδότες και συσσωρεύσει περαιτέρω άχρηστες γνώσεις, οι οποίες εν τέλει δεν χρησιμεύουν στην υλοποίηση του επαγγέλματος.

Οι παραπάνω αναδιαρθώσεις της πρόσβασης στο δικηγορικό κλάδο σε συνδυασμό με την αυστηροποίηση των εξετάσεων για την απόκτηση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος προκειμένου να κόβεται το 50%(!) των εξεταστέων, δείχνει την ξεκάθαρη στόχευση των δικηγορικών συλλόγων να διαχειριστούν τον κορεσμό του κλάδου. ‘Ετσι, δημιουργουνται νομικοί διαφόρων διαβαθμίσεων και ταχυτήτων, άλλων που θα δικηγορούν και άλλων που, είτε επειδή θα έχουν αποτύχει στις εξετάσεις των δικηγορικών συλλόγων, είτε γιατί απλώς δεν θα έχουν την οικονομική δυνατότητα να συντηρούνται με ίδιους πόρους όλο το διάστημα της σχολής, της άσκησης, των σεμιναρίων και των εξετάσεων, θα γίνουν ένα νομικά καταρτισμένο δυναμικό χωρίς αυτό το βασικό επαγγελματικό δικαίωμα. Ουσιαστικά, γίνεται λόγος για ένα πλέον εκμεταλλεύσιμο εργατικό δυναμικό, βορά στις διαθέσεις των μεγάλων δικηγορικών εταιρείων, σύμφωνα με τις επιταγες της ΕΕ. Πρόκειται, λοιπόν, για ευθεία και οξεία επίθεση στο εργασιακό μέλλον που επιχειρεί να μας βάλει σε μια κατάσταση διαρκούς μαθητείας, όπου «όποιος αντέχει θα επιβιώσει» και όλοι οι υπόλοιποι θα πετάγονται εκτός.

Όμως, η λύση αυτή στο πρόβλημα είναι λάθος γιατί ήταν εξαρχής λάθος η ερώτηση. Για τον κορεσμό του κλάδου δεν ευθύνονται οι στρατιές των αποφοίτων της Νομικής ούτε τα επαγγελματικά δικαιώματα που δεν κατοχυρώνονται στο πτυχίο τους. Ευθύνεται το 10% των δικηγορικών εταιρειών που διαχειρίζεται το 90% των υποθέσεων. Τα συμφέροντα αυτών προστατεύονται μέσω της αυστηροποίησης της πρόσβασης στο επάγγελμα, ενώ παράλληλα τα δικά μας δικαιώματα καταπατώνται και το δικό μας πτυχίο υποβαθμίζεται. Ο φοιτητικός μας σύλλογος έχει ήδη στείλει ηχηρό μήνυμα αντίστασης στην προσπάθεια διάλυσης του παρόντος και του μέλλοντός μας, όταν την πρώτη φορά που κατατέθηκε η εισήγηση των σεμιναρίων, κατόρθωσε να την μπλοκάρει. Συνεχίζουμε μέσω των συλλογικών μας αγώνων να παλεύουμε για ενιαία ισχυρά πτυχία ως μόνη προϋπόθεση για δουλειά, για την κατάργηση της μαθητείας και την αναγνώριση της άσκησης ως εξαρτημένης εργασίας με πλήρες νομικό προστατευτικό πλαίσιο! Εν τέλει παλεύουμε για δουλειά και ζωή με αξιοπρέπεια.