Ό,τι έγινε στις Σέρρες, να μείνει να στις Σέρρες!

 

Ήδη από την πρώτη μέρα της σχολής καταλαβαίνουμε πως η απόκτηση του πτυχίου δεν είναι εύκολη υπόθεση. Χρειάζεται να παρακολουθείς «υποχρεωτικά» τα προαιρετικά μαθήματα, να κάνεις εργασίες, να διαβάζεις ολόκληρους τόμους για την εξεταστική προκειμένου να  πάρεις το πολυπόθητο πτυχίο. Τι θα σου προσφέρει, όμως, αυτό; Σίγουρα όχι τα επαγγελματικά δικαιώματα του κλάδου. Προκειμένου να τα αποκτήσεις θα πρέπει πρώτα να περάσεις το στάδιο της 18μηνης άσκησης, κατά την οποία δουλεύεις υπό άθλιες εργασιακές συνθήκες (12ωρα για 300-350€ στην καλύτερη, ασκώντας χρέη γραμματέα), αφού δεν αναγνωρίζεται ο ασκούμενος ως εργαζόμενος με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζονται ούτε οι μίνιμουμ κατοχυρώσεις της εργατικής νομοθεσίας. Με την ολοκλήρωση της άσκησης, μπορούμε απλώς να συμμετάσχουμε στις πανελλαδικές εξετάσεις για την απόκτηση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος στους οικείους δικηγορικούς συλλόγους. Αν κατορθώσουμε να επιτύχουμε σε όλα αυτά, μπορούμε επιτέλους να ασκήσουμε τη δικηγορία.

Σε τα παραπάνω έρχονται να προστεθούν τα αντίθετα με τα συμφέροντα των αποφοίτων της σχολής μέτρα, που υπερψηφίστηκαν πρόσφατα στο 14ο Πανελλήνιο Συνέδριο Δικηγορικών Συλλόγων στις Σέρρες. Εκεί, μετά από την υπερψήφιση της εισήγησης του προέδρου του ΔΣ του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, κ. Βερβεσού, η πρόσβαση στο δικηγορικό επάγγελμα θα προϋποθέτει επιπλέον σεμινάρια με υποχρεωτικές ώρες παρακολούθησης. Φορέας αυτών των σεμιναρίων θα είναι τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης, ως αυτοτελή νομικά πρόσωπα, ανεξάρτητα από τους δικηγορικούς συλλόγους. Προφανώς και το ενδεχόμενο της επί πληρωμή παρακολούθησης τους παραμένει ανοιχτό.

Όπως γίνεται αντιληπτό, τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης θα κινούνται επιπλέον και σε μία κατεύθυνση διαρκούς εκπαίδευσης και επανεξειδίκευσης των δικηγόρων. Αυτό καταδεικνύεται και από την πρόταση του Βερβεσού για πιστοποίησή τους από τους δικηγορικούς συλλόγους ανά τομέα ειδίκευσης, κατόπιν εξετάσεων στον συγκεκριμένο τομέα. Γίνεται σαφές ότι η ατύπως υφιστάμενη προϋπόθεση εξειδικευμένων γνώσεων, προκειμένου ο απόφοιτος Νομικής να είναι ανταγωνιστικός στην αγορά εργασίας, είναι ένα βήμα πριν την επίσημη θεσμοθέτησή της. Υπό το πρίσμα αυτό, ο φοιτητής και μελλοντικός εργαζόμενος πιστεύει ότι μπορεί να ελπίζει σε μία δουλειά αν πειθαρχήσει σε καθηγητές και εργοδότες και συσσωρεύσει περαιτέρω άχρηστες γνώσεις, οι οποίες εν τέλει δεν χρησιμεύουν στην υλοποίηση του επαγγέλματος.

Οι παραπάνω αναδιαρθώσεις της πρόσβασης στο δικηγορικό κλάδο σε συνδυασμό με την αυστηροποίηση των εξετάσεων για την απόκτηση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος προκειμένου να κόβεται το 50%(!) των εξεταστέων, δείχνει την ξεκάθαρη στόχευση των δικηγορικών συλλόγων να διαχειριστούν τον κορεσμό του κλάδου. ‘Ετσι, δημιουργουνται νομικοί διαφόρων διαβαθμίσεων και ταχυτήτων, άλλων που θα δικηγορούν και άλλων που, είτε επειδή θα έχουν αποτύχει στις εξετάσεις των δικηγορικών συλλόγων, είτε γιατί απλώς δεν θα έχουν την οικονομική δυνατότητα να συντηρούνται με ίδιους πόρους όλο το διάστημα της σχολής, της άσκησης, των σεμιναρίων και των εξετάσεων, θα γίνουν ένα νομικά καταρτισμένο δυναμικό χωρίς αυτό το βασικό επαγγελματικό δικαίωμα. Ουσιαστικά, γίνεται λόγος για ένα πλέον εκμεταλλεύσιμο εργατικό δυναμικό, βορά στις διαθέσεις των μεγάλων δικηγορικών εταιρείων, σύμφωνα με τις επιταγες της ΕΕ. Πρόκειται, λοιπόν, για ευθεία και οξεία επίθεση στο εργασιακό μέλλον που επιχειρεί να μας βάλει σε μια κατάσταση διαρκούς μαθητείας, όπου «όποιος αντέχει θα επιβιώσει» και όλοι οι υπόλοιποι θα πετάγονται εκτός.

Όμως, η λύση αυτή στο πρόβλημα είναι λάθος γιατί ήταν εξαρχής λάθος η ερώτηση. Για τον κορεσμό του κλάδου δεν ευθύνονται οι στρατιές των αποφοίτων της Νομικής ούτε τα επαγγελματικά δικαιώματα που δεν κατοχυρώνονται στο πτυχίο τους. Ευθύνεται το 10% των δικηγορικών εταιρειών που διαχειρίζεται το 90% των υποθέσεων. Τα συμφέροντα αυτών προστατεύονται μέσω της αυστηροποίησης της πρόσβασης στο επάγγελμα, ενώ παράλληλα τα δικά μας δικαιώματα καταπατώνται και το δικό μας πτυχίο υποβαθμίζεται. Ο φοιτητικός μας σύλλογος έχει ήδη στείλει ηχηρό μήνυμα αντίστασης στην προσπάθεια διάλυσης του παρόντος και του μέλλοντός μας, όταν την πρώτη φορά που κατατέθηκε η εισήγηση των σεμιναρίων, κατόρθωσε να την μπλοκάρει. Συνεχίζουμε μέσω των συλλογικών μας αγώνων να παλεύουμε για ενιαία ισχυρά πτυχία ως μόνη προϋπόθεση για δουλειά, για την κατάργηση της μαθητείας και την αναγνώριση της άσκησης ως εξαρτημένης εργασίας με πλήρες νομικό προστατευτικό πλαίσιο! Εν τέλει παλεύουμε για δουλειά και ζωή με αξιοπρέπεια.

Advertisements

Όπως μπαίνεις από Σίνα… δεξιά!

Λίγες «αποκαλύψεις» για την υπεύθυνη δύναμη της σχολής σου

Θα τους δεις σε δυο φάσεις: στην αρχή της χρονιάς και στο τέλος αυτής. Στις εγγραφές που θα πάρουν τον αριθμό σου και προεκλογικά που θα τον χρησιμοποιήσουν. Στο ενδιάμεσο, όσο δηλαδή τρέχουν τα εξάμηνα, ανακύπτουν τα ζητήματα της σχολής στα μαθήματα και στις εξεταστικές, όσο γενικά ο κόσμος εξακολουθεί να κινείται, να συντελούνται μαθητικές και φοιτητικές κινητοποιήσεις, μάλλον είναι κάπου στο Κολωνάκι πίνοντας καφέδες και ξεψαχνίζοντας προφίλ στο facebook για να βρουν τους πιθανούς ψηφοφόρους τους και  αναζητώντας με τι πελατειακής φύσεως ανταλλάγματα θα τους δελεάσουν. Στις εκλογές δε θα διεκδικήσουν την ψήφο σου υπερασπιζόμενοι το μοντέλο της ανάθεσης και της εκπροσώπησης των φοιτητών «ψηφοφόρων» από τους εκλεκτούς τους εκπροσώπους, κόντρα σε συλλογικές και διαφανείς διαδικασίες και αποφάσεις. Και τελικά δεν θα κάνουν ούτε αυτό! Να σε εκπροσωπήσουν, απλά θα εξαφανιστούν μέχρι τις επόμενες εγγραφές και από εκεί μέχρι τις επόμενες εκλογές, κοκ.  Για αυτούς εξάλλου οι φοιτητές/-τριες είναι αναλώσιμοι/ες, απλά αριθμοί, μέρος μιας εκλογικής κατάταξης. Άντε το πολύ- πολύ να πρωτοκολλήσουν κανένα αίτημα στη γραμματεία, προσπαθώντας να πείσουν τον κόσμο, ίσως και τον εαυτό τους, ότι η κίνηση αυτή έχει την παραμικρή θεσμική δεσμευτικότητα (σε αντίθεση με τις αποφάσεις του ΔΣ ή της ΓΣ, τις οποίες απαξιούν). Μα φυσικά μιλάμε για τη γνωστή ΔΑΠ-ΝΔΦΚ.

Η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ δε θα μιλήσει για πολιτική στο Πανεπιστήμιο, μάλλον τα μέλη της θα σου πουν να απευθυνθείς σε αυτούς αν αντιμετωπίζεις πρόβλημα και θα σε προτρέψουν να μην “μπλέκεις με πολιτική’’ και να μην πατήσεις ποτέ το πόδι σου σε Γενική Συνέλευση του Φοιτητικού Συλλόγου. Παρά την ρητορική της ΔΑΠ λοιπόν ενάντια στα κοινά, ενάντια στον πολιτικό χαρακτήρα του Πανεπιστημίου, η ίδια αποτελεί κομματική παράταξη της Νέας Δημοκρατίας στα Πανεπιστήμια.

Μιλώντας για το Πανεπιστήμιο

Aν επισκεφτεί κανείς/καμία το site με τις θέσεις της ΔΑΠ και του Κυριάκου Μητσοτάκη για τα Πανεπιστήμια, θα αντιληφθεί ότι πρόκειται για μια δύναμη που έχει ξεκάθαρες πολιτικές απόψεις.  Παρόλα αυτά αυτό δεν είναι εμφανές στη δικιά μας σχολή, καθώς έχοντας ανιχνεύσει την έλλειψη πολιτικού ενδιαφέροντος των περισσότερων φοιτητών αξιοποιεί και ενισχύει την απολιτικοποίηση, επιλέγοντας συνειδητά να απέχει απο τις συλλογικές διαδικασίες (ΓΣ), με τρόπο τέτοιο που ποτέ να μην εκτίθεται για όσα πραγματικά πρεσβεύει για το Πανεπιστήμιο και την κοινωνία. Η ΝΔ όμως την «εκθέτει». Στην πρόσφατη διαδικασία Συνταγματικής Αναθεώρησης, η Νέα Δημοκρατία πρότεινε την αναθεώρηση του Άρθρου 16, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα στη Δημόσια και Δωρεάν Παιδεία εισηγούμενη την ίδρυση ιδιωτικών Πανεπιστημίων. Αυτά λειτουργώντας παράλληλα και ανταγωνιστικά με τα Δημόσια θα έχουν ως αποτέλεσμα την απαξίωσή τους, την υποβάθμιση της ισχύος του πτυχίου που παρέχουν και έτσι σταδιακά την κατάρρευση του δημόσιου και δωρεάν πανεπιστημίου. Πρόκειται για ευθεία παραδοχή ότι θέλουν Πανεπιστήμια όπου θα πληρώνεις για να σπουδάσεις, Πανεπιστήμια από τα οποία θα αποκλείονται οι οικονομικά ασθενέστεροι, Πανεπιστήμια όπου η παιδεία δεν θα είναι καθολικό αγαθό, αλλά εμπόρευμα!

Η ΔΑΠ μπροστά στη φοιτητική μας καθημερινότητα και τα φοιτητικά αιτήματα

Η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ υπηρετώντας πιστά την εκπαιδευτική αναδιάρθρωση προσπαθεί να απονεκρώσει τα συλλογικά όργανα του Φοιτητικού Συλλόγου που είναι αυτά που μέσω των αποφάσεων τους μπορούν να την αναχαιτήσουν, να εκφράζουν την αντίδραση των φοιτητών, απέχοντας συνειδητά από τις Γενικές Συνελεύσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Γενική Συνέλευση της προηγούμενης βδομάδας, όπου η ΔΑΠ προφανώς ήταν στα τραπεζάκια της, προφανώς γνώριζε τη διεξαγωγή της και την κρίσιμη για την επαγγελματική μας προοπτική θεματολογία της, ωστόσο επέλεξε να μην συμμετάσχει, συντελώντας στην έλλειψη απαρτίας και τη λήψη απόφασης. Αξίζει να δούμε τι τοποθέτηση έχει για τους κώδικες, τα πρακτικά και τους β’ τόμους συγγραμμάτων που δικαιούμαστε αλλά δε μας διανέμονται. Προκειμένου να προσεγγίσει φοιτητές/τριες (βασικά να εξασφαλίσει ψήφους για να βγάλει στις πλάτες των φοιτητ(ρι)ών τον επόμενο σύνεδρο νεολαίας στη ΝΔ) κάθε χρόνο στήνει δίκτυα πελατειακών σχέσεων με σημειώσεις (τις οποίες μπορείς να βρεις και από τους/τις συμφοιτητές/τριες σου) με απαραίτητο αντάλλαγμα την ψήφο στις εκλογές. Παράλληλα σιωπά για τις 80 ώρες υποχρεωτικών σεμιναρίων που προτείνει ο ΔΣΑ και θα διαλύσει την επαγγελματική μας προοπτική, κι όχι τυχαία, ούτε γιατί τη νοιάζουν μόνο τα parties. Αντιθέτως, ως καθεστωτική παράταξη έχει ξεκάθαρη πολιτική άποψη. Συντάσσεται με τη διάλυση της Δημόσιας και Δωρεάν παιδείας, την υποβάθμιση των πτυχίων μας και βέβαια με την πρόταση του ΔΣΑ η οποία προέρχεται από την πλειοψηφία αυτού, αυτή της Νέας Δημοκρατίας.

Και με το άσυλο τι γίνεται;

Το άσυλο, κεκτημένο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, φαντάζει σήμερα μια έννοια παρωχυμένη, ίσως και κενή νοήματος. Η πραγματικότητα όμως είναι, πως η ύπαρξη του ασύλου, δεν σημαίνει απλώς και μόνο την απαγόρευση της παρέμβασης των δυνάμεων καταστολής στις σχολές. Η ύπαρξή του είναι εκείνη που δίνει επί της ουσίας τη δυνατότητα στους φοιτητικούς συλλόγους να υπάρχουν με δημοκρατικούς όρους εντός των κοινωνικών τους χώρων. Είναι η πραγματική απάντηση στα καθημερινά υλικά προβλήματα των φοιτητών/τριων, αφού χάρη στην ύπαρξη του ασύλου οι φοιτητές/τριες μπορούν να συνεδριάζουν και να αποφασίζουν οι ίδιοι για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν με τις συλλογικές και δημοκρατικές τους διαδικασίες, να κοινωνικοποιούνται, να πολιτικοποιούνται και καθιστά το Πανεπιστήμιο ένα χώρο «ζωντανό» και ανοιχτό στο λαό και τη νεολαία, χώρο ελεύθερης πολιτικοσυνδικαλιστικής έκφρασης δράσης, εφαλτήριο αγώνων και κινημάτων, οπού οι μόνοι υπεύθυνοι για το τι συμβαίνει εντός του θα είναι μόνο οι φοιτητές, οι εργαζόμενοι και τα αγωνιζόμενα κομμάτια της κοινωνίας. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που το άσυλο έχει μπει στο στόχαστρο των καθεστωτικών δυνάμεων εντός και εκτός σχολών και την κυβέρνησης με απώτερο στόχο την παντελή απονομιμοποίηση και την εν τέλει την κατάργησή του.

Η στοχοποίηση του ασύλου δεν είναι τωρινό φαινόμενο. Έρχεται απ’ τα παλιά, με αποκορύφωμα τις γιγάντιες προσπάθειες της τελευταίας δεκαετίας από πλευράς κυβερνήσεων για την κατάργησή του (βλ. νόμος Διαμαντοπούλου-Αρβανιτόπουλου). Η κατεύθυνση αυτή γίνεται και τώρα φανερή απ’ την κυβέρνηση, την αντιπολίτευση και τους φορείς της εντός των σχολών και τις διοικήσεις των τμημάτων και των ιδρυμάτων σε αγαστή συνεργασία με τα κυρίαρχα ΜΜΕ. Από τη μία, η παραδοσιακή δεξιά, η ΝΔ, μιλάει για το περίφημο άσυλο «βίας και ανομίας» που «στο εσωτερικό του επικρατεί η εγκληματικότητα που εμποδίζει την απρόσκοπτη  και ομαλή λειτουργία των σχολών και θέτει σε κίνδυνο τους φοιτητές». Κοιτώντας γύρω μας, η ίδια η πραγματικότητα διαψεύδει το εν λόγω επιχείρημα, καθώς μια τέτοια κατάσταση δεν υφίσταται, παρά μόνο στο βαθμό που εντοπίζεται σε όλη την κοινωνία, χωρίς να ευθύνεται το άσυλο γι’ αυτό. Από την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ τόσο με το νόμο Γαβρόγλου όσο και με το πόρισμα Παρασκευόπουλου εξαπολύει δριμύα επίθεση στο θεσμό του ασύλου, με εξαιρετικό ενορχηστρωτή αυτής της κατάστασης τις διοικήσεις (ανακοίνωση καθηγητών Νομικής).

Στη δική μας τη σχολή, όπως και στην ΑΣΟΕΕ, η επίθεση στο άσυλο εξειδικεύεται και περιστρέφεται γύρω από τη διακίνηση ναρκωτικών έξω από τις σχολές. Ελλείψει κρατικών δομών κοινωνικής πρόνοιας και απεξάρτησης, άνθρωποι που είναι άστεγοι, άνεργοι και τοξικοεξαρτημένοι ωθούνται στην κοινωνική περιθωριοποίηση και αυτή η κατάσταση αποτελεί εργαλείο του κράτους για την περαιτέρω απονομιμοποίηση του ασύλου. Φυσική απόρροια αυτής της στρατηγικής κίνησης του κράτους είναι να εγκαθιδρύεται στις συνειδήσεις των φοιτητών/τριων ο φόβος και επομένως να θεωρούν πως η κατάργηση του είναι μια αναγκαία συνέπεια που θα τους επιφέρει ασφάλεια. Μιλάμε λοιπόν για πολιτική επιλογή στοχοποίησης των τοξικοεξαρτημένων από πλευράς καθεστωτικών δυνάμεων (σίγουρα θα το χετε ακούσει από κάποιον/α δαπίτη/τισσα, αν φυσικά βγαίνει μισή σοβαρή πολιτική κουβέντα απ’ το στόμα τους) και όχι των ναρκεμπόρων, που δρουν ανενόχλητοι παντού με την ανοχή της αστυνομίας.

Η απάντησή μας

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να ειπωθεί είναι πως οι τοξικοεξαρτώμενοι/ες δεν είναι γενικά και αόριστα άνθρωποι του περιθωρίου, δεν είναι παράσιτα, αλλά είναι υποκείμενα του κοινωνικού σχηματισμού που χρήζουν φροντίδας. Η λύση είναι η δημιουργία δημόσιων δομών και κέντρων απεξάρτησής τους, οπού θα τους παρέχεται στέγαση και ψυχοκοινωνική βοήθεια και εντός των οποίων θα ζουν αξιοπρεπώς. Και βάζοντας ξανά στην κουβέντα το ζήτημα του ασύλου, το Πανεπιστήμιο είναι ο κοινωνικός μας χώρος τον οποίο πρέπει να επανοικειοποιούμαστε με εξώστρεφες κοινωνικοπολιτικές δράσεις και μη θεωρώντας τον ως ένα στείρο εξεταστικό κέντρο. Έχει να κάνει συνολικά με το πώς αντιλαμβανόμαστε το Πανεπιστήμιο και τι διεκδικήσεις έχουμε. Θέλουμε ένα Πανεπιστήμιο δημοκρατικό, Δημόσιο και Δωρεάν για όλους και όλες, με μαζικές συλλογικές διαδικασίες, ικανές να δίνουν την λύση στα καθημερινά μας προβλήματα, κόντρα σε λογικές εξατομίκευσης, ανταγωνισμού και ανάθεσης. Κόντρα στους εκπροσώπους της διάλυσης των σπουδών και των ζωών μας εντός κι εκτός σχολών, παλεύουμε για το παρόν και το μέλλον που μας αξίζει!

Γι’ αυτό στις 10 Απρίλη συμμετέχουμε-στηρίζουμε-ψηφίζουμε το ενωτικό-αγωνιστικό ψηφοδέλτιο της ΡΑΠαΝ-ΣΑΦΝ [εαακ], της Αριστερής Ενότητας Νομικής και του ΑρΔιΝ!

Κοινό κείμενο της ΡΑΠαΝ-ΣΑΦΝ [εαακ], της ΑρΕν και του ΑρΔιΝ

Νομική σχολή under attack

Όσο καιρό κι αν βρίσκεται κανείς/καμία σε αυτήν τη σχολή έχει σίγουρα παρατηρήσει μια σειρά πραγμάτων που δυσχεραίνουν τη φοιτητική καθημερινότητα και τους όρους σπουδών.

Τα τελευταία χρόνια ο δημόσιος και δωρεάν χαρακτήρας του Πανεπιστημίου βάλλεται από την εκάστοτε κυβέρνηση όλο και περισσότερο. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Σημαίνει ότι οι σχολές συνολικά λαμβάνουν όλο και λιγότερη χρηματοδότηση από το Κράτος για τις λειτουργικές τους ανάγκες και έτσι οδηγούνται στην αναζήτηση ίδιων πόρων (αυτοχρηματοδότηση). Αυτό στη δική μας σχολή εκδηλώνεται χαρακτηριστικά με το να μη διανέμονται πια οι κώδικες και τα αναγκαία πρακτικά, να αγοράζουμε β’ τόμους συγγραμμάτων και οποιοδήποτε άλλο απαραίτητο υλικό για τις εξετάσεις, μέχρι πρότινος ακόμα και τις κόλλες αναφοράς για τις εξετάσεις. Είναι προφανές ότι με αυτόν τον τρόπο επιβαρυνόμαστε οικονομικά για αυτά που δικαιούμαστε  (εκτός βέβαια κι αν τύχει να βρεις το εν λόγω υλικό στα τραπεζάκια της ΔΑΠ με όποιο αντάλλαγμα…).

Και έπειτα φτάνει η ώρα της εξεταστικής, όπου ερχόμαστε αντιμέτωποι/ες με ακραία περιστατικά καθηγητικής αυθαιρεσίας. Υπέρογκη ύλη μαθημάτων, συρρικνωμένοι χρόνοι εξέτασης, προσβλητικά και υποτιμητικά σχόλια και συμπεριφορές, υπέρμετρα αυστηρές επιτηρήσεις (με απαγόρευση εξόδου από την αίθουσα ακόμη και για τουαλέτα) και μαζικά κοψίματα. Όλα αυτά τα περιστατικά δεν είναι μεμονωμένα, αλλά αποτελούν ένα συνολικό και διαχρονικό φαινόμενο από πλευράς καθηγητών, που στόχο έχει την ανύψωση του καθηγητή σε αυθεντία, την πειθάρχηση των φοιτητών/-τριών γύρω από ένα συγκεκριμένο μοντέλο λειτουργίας και τη στροφή τους στον ατομικό δρόμο, έτσι ώστε να μην αμφισβητούν, να μην αντιστέκονται, να μην διεκδικούν τελικά ούτε τα στοιχειώδη.

Και αφού μετά κόπων και βασάνων αποκτήσουμε το πτυχία μας, μέχρι τώρα ακολουθούσε η 18μηνη άσκηση και οι τυπικές εξετάσεις στο Δικηγορικό Σύλλογο για την απόκτηση της δικηγορικής άδειας. Η άσκηση διαπνεόταν και διαπνέεται από ένα καθεστώς εκμετάλλευσης με εξευτελιστικό μισθό, χωρίς ασφάλιση και εργασιακά δικαιώματα (βλ. άδειες). Στην ουσία ο/η ασκούμενος/η μετατρέπεται στο παιδί για όλες τις δουλειές, εκτός μάλλον εκείνων που αποτελούν την ουσία του αντικειμένου του. Μετά από τον ενάμιση αυτό χρόνο ο πολυπόθητος στόχος άσκησης του επαγγέλματος γίνεται εφικτός με τις εξετάσεις των Δικηγορικών Συλλόγων, τις οποίες πρέπει να περάσει κανείς/καμία επιτυχώς.

Για κάποιους όλα αυτά τα στάδια είναι ανεπαρκή για να γίνει κανείς/καμία δικηγόρος. Πρόσφατες εξαγγελίες διάφορων Δικηγορικών Συλλόγων πανελλαδικώς έκαναν λόγο για τη θέσπιση υποχρεωτικών σεμιναρίων από 80 έως 200 ώρες. Τα σεμινάρια αυτά θα αποτελούν προαπαιτούμενο για τη συμμετοχή στις απαραίτητες προαναφερθείσες εξετάσεις. Έτσι, τίθενται περαιτέρω στάδια για την απόκτηση του επαγγελματικού μας δικαιώματος. Οι εξαγγελίες δεν περιορίστηκαν στο ζήτημα των σεμιναρίων. Συγκεκριμένα ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών κ. Βερβεσός δήλωσε ότι οι εξετάσεις των Δικηγορικών Συλλόγων πρέπει να αυστηροποιηθούν, ούτως ώστε το ποσοστό επιτυχίας να περιοριστεί στο 50% των συμμετεχόντων/ουσών. Οι αλλαγές αυτές αποβλέπουν στη δημιουργία εργαζομένων δύο ταχυτήτων, αυτών που εν τέλει θα καταφέρουν να αντεπεξέλθουν στα θεσπιζόμενα πολλαπλά στάδια και αυτών που είτε δε θα μπορούν να παρακολουθούν τα σεμινάρια είτε θα αποτυγχάνουν στις εξετάσεις και θα παραμένουν έτσι απόφοιτοι μεν, χωρίς επαγγελματικά δικαιώματα δε.

Η υποβάθμιση των πτυχίων και η επίθεση στα επαγγελματικά δικαιώματα δεν είναι ζήτημα που αφορά μόνο στο πτυχίο της Νομικής βέβαια, αλλά εντοπίζεται σε κάθε Τμήμα και σε κάθε Σχολή. Απώτερος στόχος αυτής της πολιτικής κίνησης είναι αφενός η διαχείριση των αποφοίτων την περίοδο της κρίσης (με εργαζόμενους/ες με ή χωρίς επαγγελματικά δικαιώματα) και αφετέρου το άνοιγμα του δρόμου για ένα αέναο κυνήγι συλλογής προσόντων και επανακατάρτισης πριν και μετά τη λήψη του επαγγελματικού δικαιώματος. Μια κατάσταση ακόμα πιο ασφυκτική για τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα, αφού κανείς δεν εγγυάται τη μη επιβολή διδάκτρων για τη συλλογή των προσόντων που εξασφαλίζουν το εκάστοτε επαγγελματικό δικαίωμα (βλ. πιθανότητα επιβολής διδάκτρων στα σεμινάρια του ΔΣΑ). Άρα για εμάς αυτό σημαίνει ότι έχουμε να αντιμετωπίσουμε όλο και περισσότερα εμπόδια για να εργαστούμε πάνω στο αντικείμενο που σπουδάζουμε.

Τί μπορούμε να κάνουμε εμείς για όλα τα παραπάνω;

 Δεδομένου ότι όλοι και όλες θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε την επίθεση στο πτυχίο μας και στην εργασιακή μας προοπτική, όπως ακριβώς αντιμετωπίζουμε τις ίδιες δυσκολίες στη φοιτητική μας καθημερινότητα, έτσι από κοινού πρέπει να συζητήσουμε και να διεκδικήσουμε τα δικαιώματά μας. Για εμάς ο μόνος και ο πιο αποτελεσματικός τρόπος συλλογικής διεκδίκησης είναι η Γενική μας Συνέλευση, γιατί ως ανώτατο όργανο του Φοιτητικού μας Συλλόγου δίνει τη δυνατότητα για αμεσοδημοκρατικές και δεσμευτικές αποφάσεις κόντρα σε λογικές ανάθεσης και μεμονωμένες δράσεις πολιτικών δυνάμεων και συμφοιτητών/ριών μας. Τέτοιου είδους διαδικασίες, που απολήγουν στην ενημέρωση των φοιτητών/-τριων για μείζονα ζητήματα που τους αφορούν και σε δράσεις διεκδίκησης και αντίστασης εκ μέρους τους ενάντια στα εκάστοτε κυβερνητικά σχέδια που τους πλήττουν, καθίστανται δυνατές εντός των σχολών χάρη στο «πολυσυζητημένο» άσυλο. Αυτός εξάλλου είναι και ο λόγος που διαχρονικά (και ιδιαίτερα οξυμένα το τελευταίο διάστημα) το άσυλο είναι «πολυσυζητημένο», πόλος πολιτικής αντιπαράθεσης σε κεντρικοπολιτικό επίπεδο και αντικείμενο άλλοτε νομοθετικών, άλλοτε πολιτικών επιθέσεων. Ο στόχος είναι σαφής∙ η στρέβλωση της έννοιας του, η σταδιακή απονομιμοποίησή του στις συνειδήσεις των φοιτητών/-τριών με απώτερω στόχο την υποβάθμιση-εγκατάληψή του, η οποία θα σημάνει και την υποβάθμιση-εγκατάληψη των συλλογικών διαδικασιών και την κάμψη των επικίνδυνων αντιστάσεων εκ μέρους της φοιτητιώσας νεολαίας.

Η φωνή μας όμως είναι δυνατή!

Γι’ αυτό καλούμε σε Γενική Συνέλευση του Φοιτητικού Συλλόγου την Τετάρτη 13/3 αίθουσα 1 προκειμένου να διεκδικήσουμε τη σύγκληση Γενικής Συνέλευσης Τμήματος των καθηγητών για πάγια ζητήματα εξεταστικής και να απαιτήσουμε την έκδοση απόφασης από το Τμήμα μας που να αντιτίθεται και να καταδικάζει τις βλέψεις του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών για την υποβάθμιση του πτυχίου μας. Παράλληλα να αποφασίσουμε την παρέμβαση του Συλλόγου μας στον ίδιο το ΔΣΑ για να διατρανώσουμε ότι οι φοιτήτ(ρ)ιες θα αντισταθούν στην επίθεση στην εργασιακή τους προοπτική.

Όλοι και όλες την Τετάρτη 13/3  ώρα 13:00 στην αίθουσα 1!

Εξεταστική και Xanax

Είναι πραγματικότητα πως στη σχολή μας οι αυθαίρετες συμπεριφορές από πλευράς καθηγητών είναι ένα διαχρονικό φαινόμενο. Φαινόμενο που δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο τους ήδη εντατικούς ρυθμούς και όρους με τους οποίους καλούμαστε να σπουδάσουμε και να εξεταζόμαστε. Και σ’ αυτή την εξεταστική λοιπόν οι καθηγητές της σχολής δεν έπαψαν να μας εκπλήσσουν, δυσκολεύοντας για άλλη μια φορά την εξεταστική μας με αυθαίρετες συμπεριφορές και καταπάτηση των δικαιωμάτων μας.

Ας βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά

Ας ξεκινήσουμε με το πιο εξοργιστικό και εξόφθαλμο περιστατικό καθηγητικής αυθαιρεσίας στην εξεταστική που πέρασε. Στη Διοικητική Δικονομία, εξαιτίας της μιαμισάωρης αργοπορίας του κ. Ευστρατίου, η εξέταση άργησε να ξεκινήσει με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση του χρόνου εξέτασης στη μιάμιση ώρα αντί για το προβλεπόμενο απ’ τον κανονισμό σπουδών δίωρο. Αυτά στο πρώτο κλιμάκιο. Στο δεύτερο κλιμάκιο το χρόνο εξέτασης περιόρισε η κυρία Κρανιδιώτη, διδάσκουσα Τομέα Ποινικού και όχι Διοικητικής Δικονομίας (πόσιμπολ), απαιτώντας να αδειάσει η κατάμεστη αίθουσα 1 και να αρχίσει η εξέταση του μαθήματος της πριν τελειώσει η προηγούμενη. Στο εύλογο κύμα αντιδράσεων των φοιτητών της αίθουσας 1 η κυρία Κρανιδιώτη αντί να περιμένει υπομονετικά και να αφήσει τους φοιτητές να ολοκληρώσουν την εξέταση στην εναπομείνασα μισή ώρα φώναζε, μιλούσε στο τηλέφωνο και απαιτούσε από τους φοιτητές να της ζητήσουν συγγνώμη (!). Όταν τελικά ήρθε η ώρα εξέτασης του δικού της μαθήματος, της Εγκληματολογίας, αποφάσισε εντελώς αυθαίρετα ότι θα πρέπει να ολοκληρωθεί πάλι μέσα σε μιάμιση ώρα, και στις έντονες αντιδράσεις των φοιτητών υποστήριζε ότι “η διάρκεια της εξέτασης καθορίζεται από τον εξεταστή”, “το μάθημα είναι επιλογής και όποιος θέλει το επιλέγει και εξετάζεται με αυτούς τους όρους”. Αυτό μάλλον αποτελεί συνήθειά της, αφού ίδια πρακτική είχε ακολουθήσει και σε προηγούμενες εξεταστικές σε άλλο μάθημά της, στην Ανακριτική, όπου επέβαλε μόνο μιάμιση ώρα εξέτασης, ενώ δεν επέτρεψε προφορική εξέταση σε φοιτητές που εξετάζονταν την ίδια ώρα σε άλλο υποχρεωτικό μάθημα. Η καταπάτηση του αυτονόητου δικαιώματος της δίωρης ανθρώπινης εξέτασης δεν τελειώνει εκεί. Στο Αεροπορικό, ο διδάσκων καθηγητής έκρινε ότι τα θέματα μπορούν να επιλυθούν μέσα σε 50 λεπτά, άρα τόσος θα είναι και ο χρόνος εξέτασης, δηλώνοντας μάλιστα ότι με την πάροδο του πενηντάλεπτου θα αποχωρούσε. Φαίνεται πως οι καθηγητές της σχολής μας όχι μόνο δεν σέβονται τους φοιτητές, τους κόπους μας, το άγχος μας, αλλά αντίθετα θεωρούν τη σχολή τσιφλίκι τους όπου μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν άνευ συνεπειών.

Ας περάσουμε τώρα στον Τομέα Ιδιωτικού Β’ που συχνά-πυκνά έχει απασχολήσει με τις αποφάσεις του και τις συμπεριφορές των διδασκόντων. Αυτή τη φορά, οι καθηγητές έβγαλαν μια επαίσχυντη ανακοίνωση απαγορεύοντας την έξοδο καθ’ όλη τη διάρκεια της εξέτασης των αντίστοιχων μαθημάτων, ακόμα και για τουαλέτα. Επίσης, όταν εξετάστηκαν τα μαθήματα του συγκεκριμένου τομέα, αφαιρέθηκαν όλα τα προσωπικά αντικείμενα των φοιτητών και τοποθετήθηκαν στους διαδρόμους ή και έξω από τις αίθουσες, ενώ στην εξέταση των μαθημάτων του εργατικού η επιτήρηση ήταν αυστηρότατη, καθώς ήλεγχαν τις κόλλες των φοιτητών κατά την διάρκεια της εξέτασης, χωρίς κάποια πρόκληση, λες και όλοι είμαστε υποψήφιοι αντιγραφείς.

Και τώρα ήρθε η ώρα για το βαρύ πυροβολικό. Τη Σύνθεση Δημοσίου, ένα μάθημα για το οποίο πολλοί έχουν πέσει στα ηρεμιστικά (κι αυτό δεν είναι υπερβολή). Τα προβλήματα με το εν λόγω μάθημα δεν προέκυψαν τώρα, αλλά είναι μάλλον χρόνια. Πέραν του τεράστιου όγκου ύλης (προκλητικά δυσανάλογου σε σχέση με τις άλλες δύο νομικές), χωρίς πρόσβαση σε κώδικες και τον αποκλειστικά προφορικό τρόπο εξέτασης, οι φοιτητές είναι υποχρεωμένοι να υποβάλλονται σε υποτιμητικά και απρεπή σχόλια των εξεταστών, οι οποίοι με ειρωνικό ύφος και χωρίς κανένα εύλογο σεβασμό επιτείνουν αυτή την αντικειμενικά δύσκολη και αγχώδη διαδικασία. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η ύλη πέρα από διαφορετική σε κάθε κλιμάκιο, γεγονός που δημιουργεί άνισους όρους εξέτασης ανάμεσα στους εξεταζόμενους, είναι και διαφορετική κάθε χρόνο, με αποτέλεσμα αν κάποιος δεν πετύχει να περάσει μέχρι και την εξεταστική του Φεβρουαρίου να είναι αναγκασμένος να διαβάσει ουσιαστικά ένα διαφορετικό μάθημα. Δεν φτάνει δηλαδή που πρόκειται εκ των πραγμάτων για το δυσκολότερο μάθημα της σχολής, οι καθηγητές μας, φροντίζουν να κάνουν αυτή τη διαδικασία να μοιάζει με «βουνό».

Ο «καταλυτικός» ρόλος της Κοσμητείας και των Τομέων σε όλα αυτά

Βασικά, η αλήθεια είναι ότι η Κοσμήτορας έχει ήδη αποτύχει να τηρήσει την δέσμευση της για έγκαιρη δημοσίευση των αποτελεσμάτων, αφού πάλι μεσολαβεί περισσότερο από μήνας ανάμεσα στην εξέταση ενός μαθήματος και στην ανάρτηση της βαθμολογίας. Στα λόγια έμειναν, επίσης, οι δεσμεύσεις του Τομέα Δημοσίου για ενδεικτική βαθμολόγηση των ερωτημάτων, καθώς, για ακόμη μια φορά, βρεθήκαμε να απορούμε για το πόσο πιάνει μια ερώτηση για να υπολογίσουμε αν περάσαμε ή όχι. Απαίτηση που φάνηκε πόσο απαραίτητη ήταν στην εξέταση της Διοικητικής Δικονομίας, όπου αντικειμενικά δεν υπήρχε χρόνος να απαντηθούν όλα τα ερωτήματα, επικρατεί ανασφάλεια για το πώς θα βαθμολογηθούν τα γραπτά όσων δεν θα συμμετάσχουν στην επανεξέταση, αφού δεν γνωρίζουν την βαθμολογική αξία των υποερωτημάτων που πρόλαβαν να απαντήσουν. Η παράλειψη αναγραφής της «αξίας» κάθε ερώτησης ενισχύει, φυσικά, την καθηγητική αυθαιρεσία, διότι στις επιδείξεις γραπτών επικαλούνται υποκειμενικά κριτήρια και την άνιση βαρύτητα των επιμέρους υποερωτημάτων, προφανώς άγνωστη μέχρι τότε στους φοιτητές.

Η απάντηση

Για εμάς όλα αυτά δεν είναι ούτε τυχαία, ούτε μεμονωμένα περιστατικά, αλλά εντάσσονται σε μια ευρύτερη διαδικασία που συντελείται και σε άλλες σχολές (βλ Κανονισμός εξεταστικής στο Μαθηματικό Αθήνας και Κρήτης) με στόχο την πειθάρχηση των φοιτητών στην καθηγητική εξουσία. Με τους σκληρούς όρους εξεταστικής που προσπαθούν να επιβάλουν όλο και συχνότερα, οι καθηγητές επιδιώκουν να εξαλείψουν οποιαδήποτε προσπάθεια αμφισβήτησης της αυθεντίας τους με σκοπό αναλογικά οι φοιτητές και ως μελλοντικοί εργαζόμενοι να εξοικειωθούν και με την εργοδοτική αυθαιρεσία.

Είναι προφανές ότι λύση σε τέτοια ζητήματα δεν θα δοθεί με αποστολή επιστολών στην Κοσμητεία, όπως ισχυρίζεται ότι έκανε η ΔΑΠ, αλλά ούτε και με σπασμωδικές πρωτοβουλίες δήθεν ανεξάρτητων φοιτητών. Αυτά αποτελούν αποκλειστικά κινήσεις εντυπωσιασμού και παραπλάνησης του Φοιτητικού Συλλόγου, χωρίς κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Η λύση πρέπει να αναζητηθεί σε συλλογικές και μαζικές κινητοποιήσεις, ασκώντας πραγματική πίεση στα κέντρα εξουσίας της σχολής. Γι’ αυτό και πραγματοποιήθηκε την Τρίτη παράσταση διαμαρτυρίας στην Κοσμήτορα κυρία Χριστακάκου, μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Η ίδια έπραξε το ελάχιστο αναγνωρίζοντας ότι το πρόβλημα είναι σοβαρό και ευθύνη του καθηγητή που καθυστέρησε την πρώτη εξέταση. Δήλωσε άγνοια για το ότι η ανακοίνωση του Τομέα Δημοσίου για επανεξέταση αφορούσε μόνο στο Α’ κλιμάκιο, αναγνωρίζοντας ότι επηρεάστηκαν όχι μόνο και τα δυο συγκεκριμένα κλιμάκια, αλλά και επόμενα μαθήματα της ίδιας μέρας εξέτασης και ότι αν γίνει επανεξέταση θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στους εξεταζόμενους σε καθένα από αυτά. Επίσης, στο αίτημα να συγκληθεί Γενική Συνέλευση Τμήματος προκειμένου να μεταφερθούν τα παράπονά μας συνολικά ενώπιον των καθηγητών, δήλωσε πως θα πρέπει να βρούμε κάθε καθηγητή σε κάθε τομέα ξεχωριστά.

Εμείς αρνούμαστε να παίξουμε το γνωστό αυτό παιχνιδάκι με το μπαλάκι των ευθυνών και κύριο αίτημά μας παραμένει η σύγκληση ΓΣ Τμήματος, όπου οι φοιτητές/-τριες θα εκφράσουν συνολικά ενώπιον όλων (συναδέλφων καθηγητών και φοιτητών/ -τριων) τα αιτήματά τους προς τους αρμόδιους καθηγητές, εγκαλώντας τους να δεσμευτούν απέναντι στους φοιτητές για την επίλυση τους, στο πλαίσιο αυτού του οργάνου που μπορεί να έχει αποφασιστικό χαρακτήρα. Από τη δική μας πλευρά, καλούμε στη δική μας Γενική Συνέλευση προκειμένου να συζητήσουμε και συγκεκριμενοποιήσουμε τα αιτήματα μας στη σειρά των επιμέρους μαθημάτων και τομέων και το περιεχόμενο αυτών, όπως και το αίτημα αυτό καθεαυτό της σύγκλησης της ΓΣ Τμήματος να αποκρυσταλλωθούν στην απόφαση της Συνέλευσής μας, που σε αντίθεση με τις όποιες επιστολές, έχει θεσμική ισχύ και αποφασιστικό χαρακτήρα προς τα όργανα της Σχολής. Καλούμε, λοιπόν, όλους τους φοιτητές/ -τριες να παρασταθούν και συμμετάσχουν ενεργά στη ΓΣ του ΦΣ που έχει αποφασιστεί για την Τετάρτη 13/3 στη 1 ,στην αίθουσα 1.

Από το προσοντολόγιο μέχρι τη Σχολή Δικηγόρων

Στην αρχή της χρονιάς εργαζόμενοι εκπαιδευτικοί, αναπληρωτές, αδιόριστοι και φοιτητές ξεχύθηκαν στους δρόμους με κύριο αίτημα την απόσυρση του νομοσχεδίου που περιέχει το περιβόητο «προσοντολόγιο», δηλαδή το νέο σύστημα αξιολόγησης βάσει του οποίου θα προσλαμβάνονται οι εκπαιδευτικοί. Στη «μεταμνημονιακή» Ελλάδα, οι εκπαιδευτικοί θα διορίζονται με βάση τα μόρια που θα συγκεντρώνουν από το βαθμό του πτυχίου, τα μεταπτυχιακά, τα σεμινάρια, τις ξένες γλώσσες, την εμπειρία. Στην πραγματικότητα ένας απόφοιτος καθηγητικών σχολών δεν θα μπορεί πλέον να εργαστεί με το πτυχίο του ως μόνη προϋπόθεση, αλλά θα εντάσσεται στην εργασία της περιπλάνησης και θα πρέπει να επανακαταρτίζεται δια βίου μαζεύοντας έτσι μόρια για να μπορέσει να εργαστεί μερικώς, ενώ πάντα θα ελλοχεύει ο φόβος της ανεργίας.

Είναι όμως αυτό κεραυνός εν αιθρία;
Ας αναλογιστούμε τις κινήσεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και του Υπουργείου Παιδείας τα τελευταία 2 χρόνια σε σχέση με τα επαγγελματικά δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα πτυχία. Πρόκειται για μία σειρά από αλλαγές που απαξίωναν την ισχύ των  πτυχίων και ανάγκαζαν τον μελλοντικό εργαζόμενο να κυνηγά προσόντα που κάποια στιγμή θα του έδιναν τη δυνατότητα να εργαστεί με αξιοπρέπεια. Η απόσπαση της παιδαγωγικής επάρκειας από τις καθηγητικές σχολές και η αναγγελία δημιουργίας μίας νέας δομής που θα παρείχε την επάρκεια αυτή, η διάσπαση τμημάτων (βλ ΦΠΨ), η συγχώνευση τμημάτων των ΤΕΙ, η εισαγωγή κλάσεων στους μηχανικούς είναι μερικά από τα βήματα που ακολούθησε η κυβέρνηση για να κάνει τα πτυχία μας κουρελόχαρτα και να εισάγει τη νεολαία στη συνεχή κατάρτιση και επανακατάρτιση και τη διά βίου μάθηση. Η δικιά μας σχολή φάνηκε τότε να μένει έξω από το σχέδιο υποβάθμισης της αξίας του πτυχίου. Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών (ΔΣΑ) όμως είχε άλλη άποψη.

Ας πάρουμε όμως λίγο τα πράγματα από την αρχή…

Αφήνοντας ασχολίαστη τη συνεχή εντατικοποίηση εντός σχολής, όπου ήδη απ’ την πρώτη μέρα σκεφτόμαστε το πώς θα πάρουμε πτυχίο το συντομότερο δυνατό, με τον καλύτερο δυνατό βαθμό, χύνοντας αίμα στις εξεταστικές, σε παρακολουθήσεις, εργασίες και ό,τι άλλο χρειαστεί μπας και έχουμε μια καλύτερη μοίρα στην αγορά εργασίας, ας δούμε τι γίνεται στην μετά σχολής εποχή. Αρχικά, όπως έχει διαμορφωθεί η εργασιακή πραγματικότητα, πλέον είναι σχεδόν απαραίτητο μετά το πτυχίο να κάνουμε ένα τουλάχιστον μεταπτυχιακό, το οποίο μάλιστα καλούμαστε να πληρώσουμε, αφού απ’ το 2016 και μετά επιβλήθηκαν σε αυτό δίδακτρα. Όλα αυτά όμως δεν μας δίνουν το επαγγελματικό δικαίωμα του δικηγορείν.

Πρώτη προϋπόθεση για να φτάσουμε πιο κοντά σε αυτό είναι το στάδιο της άσκησης, όπου η κατάσταση που αντιμετωπίζουμε είναι ακόμα χειρότερη, καθώς κρατάει 18 μήνες με άθλιες εργασιακές συνθήκες αλλά και αστείους μισθούς. Οι ασκούμενοι αποτελούν μια πλέον εκμεταλλεύσιμη ομάδα εργαζομένων, καθώς παρέχουν εργασία χωρίς να τους κατοχυρώνεται κανένα εργασιακό-επαγγελματικό δικαίωμα. Πιο συγκεκριμένα, οι ασκούμενοι δεν θεωρούνται καν μισθωτοί, με αποτέλεσμα να μην εμπίπτουν στην -ήδη πετσοκομμένη από τα μνημόνια- εργατική νομοθεσία και τις μίνιμουμ κατοχυρώσεις αυτής όσον αφορά πχ στο κομμάτι του ωραρίου, των δώρων, των αδειών, της ασφαλιστικής κάλυψης, του ύψους του μισθού, ο οποίος, δεν είναι καν σε συνάρτηση με τον κατοχυρωμένο κατώτατο μισθό. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι οι ασκούμενοι να δουλεύουν κατά μέσο ώρο 8-10 ωρες για 300 και 350 ευρω και πολλές φορές να καλύπτουν οι ίδιοι, αντί ο εργοδότης, τις ασφαλιστικές τους εισφορές, ενώ υπάρχουν και καταγεγραμμένες περιπτώσεις κυρίως στην επαρχία, όπου οι ασκούμενοι καλούνται να παρέχουν αμισθί εργασία. Αυτό το καθεστώς ήρθε μάλιστα να επικυρωθεί από τον πρόεδρο του ΔΣΑ κ. Βερβεσό, ο οποίος δήλωσε πως δεν έχει καμία πρόθεση να αναγνωρίσει την άσκηση ως σχέση εξαρτημένης εργασίας, αλλά μόνο σαν σχέση μαθητείας.

Εν τάχει η δεύτερη προϋπόθεση για να γίνει κάποιος δικηγόρος είναι οι εξετάσεις στους οικείους Δικηγορικούς Συλλόγους, μια διαδικασία που δύσκολα χαρακτηρίζεται «περίπατος». Και αυτό γιατί τα τελευταία χρόνια οι εξετάσεις έχουν γίνει ιδιαίτερα σκληρές, ενώ δικαιούμαστε να συμμετάσχουμε σε αυτές μόνο 3 φορές, αλλιώς και δεν γινόμαστε δικηγόροι και περνάμε πειθαρχική διαδικασία. Μάλιστα με πρόσφατες δηλώσεις του Βερβεσού “Οι εξετάσεις έχουν γίνει από την Πολιτεία και δεν έχουμε ευτυχώς το φαινόμενο του 95% να περνάνε, αλλά περνάει περίπου ένα 70% και ελπίζουμε συν τω χρόνω να το περιορίσουμε”, αφού στόχος είναι να προσεγγίσουμε τα «επιθυμητά» επίπεδα της Γαλλίας, όπου ο κόβεται το 50% στις αντίστοιχες εξετάσεις της άδειας άσκησης επαγγέλματος.

Ακόμη κι αν κάποιος μπορούσε να πει ότι όλα αυτά είναι «αναγκαίο κακό» και ξεπερνιούνται, οι τωρινές κατευθύνσεις των συντηρητικών κομματιών του ΔΣΑ που είναι και η πλειοψηφία του ΔΣ του, δεν αφήνουν κάποιο τέτοιο περιθώριο. Συγκεκριμένα, στις 17/12 κατέβηκε εισήγηση στο ΔΣΑ, η οποία προβλέπει τη δημιουργία “Ινστιτούτου Εκπαίδευσης Δικηγόρων”, στην οποία θα διεξάγονται υποχρεωτικά σεμινάρια διάρκειας τουλάχιστον 80 ωρών κατά το στάδιο της άσκησης, ως επιπλέον προαπαιτούμενο για τη δυνατότητα συμμετοχής στις πανελλαδικές εξετάσεις των δικηγορικών συλλόγων για την απόκτηση άδειας άσκησης επαγγέλματος. Με μαζικούς όρους, ο Φοιτητικός Σύλλογος Νομικής μαζί με την Εναλλακτική Παρέμβαση Δικηγόρων κατάφερε να δώσει ηχηρό μήνυμα αντίστασης, παρεμποδίζοντας το να παρθεί ανάλογη απόφαση.

Φαίνεται, λοιπόν, πως η στόχευση είναι η διαχείριση του κορεσμού του κλάδου μέσα από την υποβάθμιση αυτού καθεαυτού του πτυχίου μας, η οποία θα οδηγήσει στη δημιουργία νομικών διαφόρων διαβαθμίσεων και ταχυτήτων, άλλων που θα δικηγορούν και άλλων που, είτε επειδή θα έχουν αποτύχει στις εξετάσεις του ΔΣΑ, είτε γιατί απλώς δεν θα έχουν την οικονομική δυνατότητα να συντηρούνται με ίδιους πόρους όλο το διάστημα της Σχολής, της άσκησης, των εξετάσεων και της Σχολής δικηγόρων, θα γίνουν ένα νομικά καταρτισμένο δυναμικό χωρίς αυτό το βασικό επαγγελματικό δικαίωμα. Πρόκειται, λοιπόν, για ευθεία και οξεία επίθεση στο εργασιακό μέλλον που επιχειρεί να μας βάλει σε μια κατάσταση διαρκούς μαθητείας, όπου «όποιος αντέχει θα επιβιώσει» και όλοι οι υπόλοιποι θα πετάγονται εκτός. Bλέπουμε, λοιπόν, ότι παρότι μέχρι τώρα το πτυχίο της Nομικής φαινόταν να μην μπαίνει στο στόχαστρο, οι κατευθύνσεις του ΔΣΑ έρχονται στην ουσία να θέσουν υπό διακύβευση τα επαγγελματικά μας δικαιώματα και την ίδια την ισχύ του πτυχίου μας.

Και γιατί αυτό συνδέεται με τις κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών για το προσοντολόγιο;

Το καλώς ενορχηστρωμένο σχέδιο της κυβέρνησης για υποβάθμιση των πτυχίων λαμβάνει μέρος τμηματικά στις καθηγητικές και στις πολυτεχνικές σχολές καθώς και στα ΤΕΙ ακριβώς επειδή το κράτος γνωρίζει καλά πως αν η επιθέση ήταν ενιαία, οι φοιτητές θα αντιδρούσαν με μαζικούς όρους και δεν θα το άφηναν να περάσει. Από το προσοντολόγιο μέχρι τη Σχολή Δικηγόρων , βρίσκουμε κοινούς παρονομαστές στην απαξίωση του πτυχίου μας, στην ανάγκη για διαρκείς επανακαταρτίσεις και στη δημιουργία ενός πλήρους εκμεταλλεύσιμου εργατικού δυναμικού.  Όπως απέδειξε η περίπτωση των αδιόριστων εκπαιδευτικών, η θεσμοθέτηση με νόμο αυτών των τεκτονικών για τον κλάδο αλλαγών δεν είναι μακριά.

Ως φοιτητές/τριες της Νομικής και εκείνοι που θα κληθούν στο άμεσο μέλλον να αντιμετωπίσουν την εργασιακή βαρβαρότητα που μας έχουν ετοιμάσει και θέλουν να επιτείνουν, προτάσσουμε το συλλογικό αγώνα και τη διεκδίκηση των πάλαι ποτέ κεκτημένων δικαιωμάτων του κόσμου της εργασίας. Είμαστε εκείνοι που δεν έχουν αποδεχτεί τον ρόλο που μας δώσανε ως μια «χαμένη γενιά», αλλά αντίθετα εξακολουθούμε να πιστεύουμε πως έχουμε φωνή, έχουμε λόγο για τη ζωή μας και με τους μαζικούς, συλλογικούς μας αγώνες, μπορούμε να δώσουμε την απάντησή μας. Παλεύουμε, λοιπόν, για ενιαία ισχυρά πτυχία ως μόνη προϋπόθεση για δουλειά, για την κατάργηση της μαθητείας και την αναγνώριση της άσκησης ως εξαρτημένης εργασίας με πλήρες νομικό προστατευτικό πλαίσιο, αλλά και για το μπλοκάρισμα κάθε πολιτικής που διαλύει το παρόν και το μέλλον μας! Εν τέλει παλεύουμε για δουλειά και ζωή με αξιοπρέπεια.

1, 2, 3, 4 Νομικές;

Το τελευταίο διάστημα έχουν απασχολήσει πολύ τη δημόσια σφαίρα και την ακαδημαϊκή κοινότητα οι εξαγγελίες της κυβέρνησης και του Υπουργείου Παιδείας για την ίδρυση 4ης Νομικής στην Πάτρα. Πρόκειται για κατεύθυνση της κυβέρνησης ήδη από πέρσι που τώρα φαίνεται να μπαίνει σε τροχιά υλοποίησης, αφού λίγες μέρες πριν η απόφαση αυτή ανακοινώθηκε απ’ τον Υπουργό Παιδείας Γαβρόγλου μαζί με την Πρύτανη του Πανεπιστημίου Πατρών. Το πρόβλημα δεν είναι αυτή καθ’ αυτή η ίδρυση καινούριων σχολών (το αντίθετο θα λέγαμε). Αποτελούν όμως ζήτημα οι όροι υπό τους οποίους αυτή γίνεται. Ας δούμε, λοιπόν, τι σημαίνει εν πολλοίς η ίδρυση μιας νέας Νομικής σχολής.

Υποχρηματοδότηση – Υποστελέχωση

Είναι σαφές ότι μια τέτοια κίνηση από πλευράς της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ εξυπηρετεί συνολικά την αφήγησή της για το “success story” της “εξόδου από τα μνημόνια” και της “αναπτυξιακής” περιόδου που διανύουμε. Αφήγημα σαφώς ψευδεπίγραφο το οποίο προσπαθούν πάση θυσία να το κάνουν αληθοφανές, ιδιαίτερα προεκλογικά. Αυτό που χρειάζεται να ειπωθεί πρωταρχικά είναι ότι βρισκόμαστε σε μια συνθήκη όπου τα Ιδρύματα πανελλαδικά και ιδιαίτερα οι Νομικές ασφυκτιούν οικονομικά λόγω της συνεχώς εντεινόμενης υποχρηματοδότησης, αφού «δεν υπάρχουν λεφτά» και συνεπώς το κράτος συνεχώς αποσύρεται από τη χρηματοδότηση των Πανεπιστημίων αναγκάζοντας τα Ιδρύματα να καταφεύγουν στην αναζήτηση ιδίων πόρων (αυτοχρηματοδότηση), γεγονός που μετακυλίει σε μεγάλο βαθμό το κόστος σπουδών και στις πλάτες των φοιτητών/τριων. Ο κρατικός προϋπολογισμός για την Παιδεία τα τελευταία χρόνια έχει περιοριστεί στο ¼ αυτού που ήταν παλιότερα, γεγονός που έχει οδηγήσει τα δύο τελευταία χρόνια στην κατάργηση και συγχώνευση τμημάτων των ΤΕΙ (βλ. ΠΔΑ, συγχώνευση ΤΕΙ Χαλκίδας με το ΕΚΠΑ). Η υποχρηματοδότηση μάλιστα στη δική μας τη σχολή είναι τόσο οξυμένη που μας αναγκάζει να αγοράζουμε τους κώδικες, τα πρακτικά, τα δεύτερα συγγράμματα, μέχρι και τις κόλλες αναφοράς στις εξεταστικές. Ελλείψει χρημάτων μάλιστα 3 χρόνια πριν «υπήρχε η ανάγκη» ξαφνικά να επιβληθούν δίδακτρα στα μεταπτυχιακά της σχολής μας, που μέχρι τότε γίνονταν δωρεάν. Υπ’ αυτή την έννοια, λοιπόν, εν προκειμένω είναι ιδιαίτερα προβληματικό να δίνεις υπέρογκα κονδύλια για την ίδρυση νέων σχολών. Μπαίνει λοιπόν έτσι το εύλογο ερώτημα: Ξαφνικά βρέθηκαν τα λεφτά κ. Γαβρόγλου;

Μπαίνει όμως επιτακτικά κι ένα άλλο ερώτημα: Βρέθηκε και το διοικητικό προσωπικό και τα μέλη ΔΕΠ που θα στελεχώσουν μια ολόκληρη σχολή; Κι αυτό ερωτάται ακριβώς γιατί στα χρόνια της κρίσης, με αποκορύφωμα το 2014, το διοικητικό προσωπικό των Ιδρυμάτων μειώθηκε σχεδόν κατά 50%, ενώ συρρικνώθηκαν και τα μέλη ΔΕΠ των τμημάτων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα σε πολλές σχολές να καταργούνται μαθήματα, καθώς δεν υπάρχουν καθηγητές να τα διδάξουν και διοικητικοί υπάλληλοι να αναλαμβάνουν 2 και 3 λειτουργίες στις διοικητικές αρμοδιότητες των σχολών.

Σ’ αυτό το σημείο ωστόσο πρέπει να τεθεί μια σαφής διαχωριστική γραμμή, από τις αντιδράσεις των καθηγητών στην ίδρυση της 4ης Νομικής, που είχε και ως αποτέλεσμα το κλείσιμο της Νομικής Κομοτηνής. Δεν τίθεται ζήτημα πλήγματος του «κύρους» της σχολής μας, αφού δεν έχουμε τίποτα να χωρίσουμε με τους/τις συναδέλφους/ισσες από τις υπάρχουσες άλλες Νομικές, ούτε από αυτούς της νέας. Ας σημειωθεί μάλιστα εδώ ότι στην ανακοίνωση αυτή η Κοσμητεία αμφισβητεί την ύπαρξη νομιμότητας στους χώρους άσυλου, γεγονός που αποτελεί ευθεία επίθεση στο άσυλο, καθώς υπαινίσσεται τη σύνδεση του ασύλου με την ανομία και, επομένως, την κατάργησή του με την επαναφορά της ασφάλεια.

Πρόγραμμα Σπουδών

Για εμάς μία ακόμα μεγάλη προβληματική που ανοίγεται με την ίδρυση 4ης Νομικής είναι το γεγονός της δημιουργίας εκ του μηδενός προγράμματος σπουδών. Ήδη βλέπουμε πως η φοιτητική καθημερινότητα στην πλειοψηφία των σχολών εντατικοποιείται με ραγδαίους ρυθμούς, πράγμα που πολλές φορές περνάει μέσα και από την αναδιάρθρωση των προγραμμάτων σπουδών. Η κατεύθυνση αυτή διαφαίνεται και στη δική μας σχολή και πολύ περισσότερο στις δυο άλλες Νομικές, όπου το πρόγραμμα σπουδών είναι πολύ πιο διευρυμένο, υπάρχουν αλυσίδες μαθημάτων (πχ δεν μπορείς να δώσεις Ειδικό Ποινικό αν δεν έχεις περάσεις το Γενικό) και πιστωτικές μονάδες σε κάθε μάθημα (ECTS). Είναι λοιπόν σαφές πως το πρόγραμμα σπουδών της νέας σχολής θα βαδίζει ακριβώς σ’ αυτή την κατεύθυνση εντατικοποίησης των ρυθμών της φοιτητικής καθημερινότητας, αποτελώντας ένα «πρότυπο» πρόγραμμα, πράγμα που θα επηρεάσει και τη δική μας σχολή.

Συμπερασματικά, δεν είμαστε αρνητικοί με την ίδρυση νέων σχολών και δη στην περιφέρεια, καθώς αυτό μπορεί να επιφέρει σημαντικά οφέλη για την ενίσχυση της τοπικής κοινωνίας και τη διευκόλυνση του πληθυσμού της περιφέρειας. Όμως, δημιουργούνται εύλογα ερωτηματικά δεδομένων των συνθηκών υποχρηματοδότησης και υποστελέχωσης των υπαρχόντων σχολών, καθώς και εύλογη καχυποψία για τη φύση και το περιεχόμενο ενός προγράμματος σπουδών που θα διαρθρωθεί από το μηδέν δεδομένης της υλοποιούμενης εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης και της επίθεσης που αυτή επιφέρει στους όρους σπουδών και τα επαγγελματικά δικαιώματα σε μία σειρά σχολών. Επομένως, στεκόμαστε απέναντι στα σχέδια της κυβέρνησης για δημιουργία της 4ης Νομικής σε αυτό το χρονικό πλαίσιο και υπό αυτούς τους όρους. Εμείς θα συνεχίσουμε να απαιτούμε ανθρώπινους όρους σπουδών, αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης και θα προασπιζόμαστε το Δημόσιο και Δωρεάν χαρακτήρα του Πανεπιστημίου. Για ένα πανεπιστήμιο στο ύψος των συμφερόντων και των ονείρων μας!

ΔΣΑ: He’s back!

Πώς έχει η κατάσταση ως τώρα

Ας ξεκινήσουμε από μερικές παραδοχές σε σχέση με τις συνθήκες που αντιμετωπίζουμε ως φοιτητές Νομικής. Η αλήθεια είναι πως ήδη από το πρώτο έτος μπαίνουμε σε ένα εντατικοποιημένο πρόγραμμα που απαιτεί καθημερινή παρακολούθηση, συνεχές και σκληρό διάβασμα, εργασίες κλπ. Δεν φτάνει μόνο αυτό, αλλά διαρκώς ο βαθμός δυσκολίας των εξεταζόμενων μαθημάτων αυξάνεται, ενώ δεν λείπουν και τα μαζικά κοψίματα σε διάφορα μαθήματα (όπως αποδεικνύεται από τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα). Διαμορφώνεται, δηλαδή, μια κατάσταση που για να φτάσουμε στη λήψη του πτυχίου, περνάμε δια πυρός και σιδήρου.
Αφού, λοιπόν, κατορθώσουμε να πάρουμε το πολυπόθητο πτυχίο, έρχεται η ώρα της πρακτικής άσκησης. Ως ασκούμενοι, η κατάσταση που αντιμετωπίζουμε είναι ακόμα χειρότερη.
Οι ασκούμενοι αποτελούν μια πλέον εκμεταλλεύσιμη ομάδα εργαζομένων, καθώς παρέχουν εργασία χωρίς να τους κατοχυρώνεται κανένα εργασιακό-επαγγελματικό δικαίωμα και, μάλιστα, υποχρεούνται προς τούτο για διάστημα 18 μηνών, καθώς η άσκηση είναι υποχρεωτικό προαπαιτούμενο για τη συμμετοχή στις εξετάσεις για την απόκτηση άδειας άσκησης επαγγέλματος. Πιο συγκεκριμένα, οι ασκούμενοι δεν θεωρούνται καν μισθωτοί, με αποτέλεσμα να μην εμπίπτουν στην -ήδη πετσοκομμένη από τα μνημόνια- εργατική νομοθεσία και τις μίνιμουμ κατοχυρώσεις αυτής όσον αφορά πχ στο κομμάτι του ωραρίου, των δώρων, των αδειών, της ασφαλιστικής κάλυψης, του ύψους του μισθού, ο οποίος, δεν είναι καν σε συνάρτηση με τον κατοχυρωμένο κατώτατο μισθό. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι οι ασκούμενοι να δουλεύουν κατά μέσο ώρο 8-10 ωρες για 300 και 350 ευρω και πολλές φορές να καλύπτουν οι ίδιοι, αντί ο εργοδότης, τις ασφαλιστικές τους εισφορές, ενώ υπάρχουν και καταγεγραμμένες περιπτώσεις κυρίως στην επαρχία, όπου οι ασκούμενοι καλούνται να παρέχουν αμισθί εργασία.

Όλα τα παραπάνω, εισάγουν μια ολόκληρη γενιά νέων ανθρώπων στην εξοικείωση με συνθήκες εργασιακής ανασφάλειας και έλλειψης στοιχειωδών κεκτημένων δικαιωμάτων και προστασίας, μια γενιά που εύκολα συμβιβάζεται και δύσκολα διεκδικεί, διαμορφώνοντας το νέο μοντέλο του παραγωγικού και διαχειρίσιμου μετέπειτα νέου δικηγόρου. Εν ολίγοις καθίσταται σαφές ότι η άσκηση υπό το καθεστώς αυτό της έλλειψης εγγυήσεων αποτελεί τον μηχανισμό εκείνον που διαμορφώνει «και με το νόμο» μια κατώτερη κατηγορία στο δικηγορικό επάγγελμα, την πιο κακοπληρωμένη και την πιο εκμεταλλεύσιμη.

Οι κατευθύνσεις του ΔΣΑ

Πριν λίγο καιρό ο πρόεδρος του ΔΣΑ κ. Βερβεσός, μας εξέπληξε με τις δηλώσεις του σε σχέση με το “όνειρό” του για τους νέους δικηγόρους και την εξέλιξη του κλάδου. Συγκεκριμένα, δήλωσε πως: Στην περίοδο της άσκησης δεν υπάρχει και δεν δικαιολογείται να υπάρχει μισθός, αφού δεν υπάρχει σχέση εξαρτημένης εργασίας, παρά καθεστώς μαθητείας. Οι ασκούμενοι είναι απόφοιτοι των Σχολών Νομικής, που δεν έχουν ουσιαστικές γνώσεις δικηγορίας και επομένως είναι λογικό να μην αμείβονται”, προβάλλοντας ευθαρσώς την πρόθεσή του, η άσκηση να αποτελεί στην ουσία αμισθί εργασία, πράγμα που σημαίνει τη διαμόρφωση συνθηκών κανονικού εργασιακού μεσαίωνα στον κλάδο, όπως συμβαίνει στην πλειοψηφία του κόσμου της εργασίας. Ο κ. Βερβεσός δήλωσε χαρακτηριστικά επίσης πως: “Οι εξετάσεις έχουν γίνει από την Πολιτεία και δεν έχουμε ευτυχώς το φαινόμενο του 95% να περνάνε, αλλά περνάει περίπου ένα 70% και ελπίζουμε συν τω χρόνω να το περιορίσουμε”, αφού στόχος είναι να προσεγγίσουμε τα «επιθυμητά» επίπεδα της Γαλλίας, όπου ο ένας στους δύο υποψηφίους κόβεται στις αντίστοιχες εξετάσεις της άδειας άσκησης επαγγέλματος. Παράλληλα έκανε λόγο για την καθιέρωση υποχρεωτικών σεμιναρίων για ασκούμενους, διάρκειας 6 μηνών, ενώ επεξεργάζεται την πρόταση για την ίδρυση Σχολής Δικηγόρων, όπου θα φοιτούμε υποχρεωτικά (μετά το πτυχίο, μετά την άσκηση και μετά τις εξετάσεις) για να ξεκλειδώσουμε το επαγγελματικό δικαίωμα του δικηγορείν, που τώρα θεμελιώνεται στο πτυχίο μας

Όλα αυτά μέχρι πριν λίγες μέρες ήταν απλώς εξαγγελίες. Τη Δευτέρα 10/12, όμως, ήρθαν να “πάρουν σάρκα και οστά”, καθώς κατέβηκε εισήγηση στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθήνας πλήρως ευθυγραμμισμένη με τις παραπάνω δηλώσεις, η οποία προβλέπει τη δημιουργία “Ινστιτούτου Εκπαίδευσης Δικηγόρων”, στην οποία θα διεξάγονται υποχρεωτικά σεμινάρια διάρκειας τουλάχιστον 80 ωρών κατά το στάδιο της άσκησης, ως επιπλέον προαπαιτούμενο για τη δυνατότητα συμμετοχής στις πανελλαδικές εξετάσεις των δικηγορικών συλλόγων για την απόκτηση άδειας άσκησης επαγγέλματος.

Φαίνεται λοιπόν πως η στόχευση είναι η διαχείριση του κορεσμού του κλάδου μέσα από την υποβάθμιση αυτού καθεαυτού του πτυχίου μας, η οποία θα οδηγήσει στη δημιουργία νομικών διαφόρων διαβαθμίσεων και ταχυτήτων, άλλων που θα δικηγορούν και άλλων που, είτε επειδή θα έχουν αποτύχει στις εξετάσεις του ΔΣΑ, είτε γιατί απλώς δεν θα έχουν την οικονομική δυνατότητα να συντηρούνται με ίδιους πόρους όλο το διάστημα της Σχολής, της άσκησης, των εξετάσεων και της Σχολής δικηγόρων, θα γίνουν ένα νομικά καταρτισμένο δυναμικό χωρίς αυτό το βασικό επαγγελματικό δικαίωμα. Πρόκειται λοιπόν για ευθεία και οξεία επίθεση στο εργασιακό μέλλον που μας καθιστά που επιχειρεί να μας βάλει σε μια κατάσταση διαρκούς μαθητείας, όπου “όποιος αντέχει θα επιβιώσει” και όλοι οι υπόλοιποι θα πετάγονται εκτός. Bλέπουμε λοιπόν ότι παρότι μέχρι τώρα το πτυχίο της Nομικής φαινόταν να μην μπαίνει στο στόχαστρο, οι κατευθύνσεις του ΔΣΑ έρχονται στην ουσία να θέσουν υπό διακύβευση τα επαγγελματικά μας δικαιώματα και την ίδια την ισχύ του πτυχίου μας.

Η απάντηση

Ως φοιτητές/τριες της Νομικής και εκείνοι που θα κληθούν στο άμεσο μέλλον να αντιμετωπίσουν την εργασιακή βαρβαρότητα που μας έχουν ετοιμάσει και θέλουν να επιτείνουν, προτάσσουμε το συλλογικό αγώνα και τη διεκδίκηση των πάλαι ποτέ κεκτημένων δικαιωμάτων του κόσμου της εργασίας. Είμαστε εκείνοι που δεν έχουν αποδεχτεί τον ρόλο που μας δώσανε ως μια «χαμένη γενιά», αλλά αντίθετα εξακολουθούμε να πιστεύουμε πως έχουμε φωνή, έχουμε λόγο για τη ζωή μας και με τους μαζικούς, συλλογικούς μας αγώνες, μπορούμε να δώσουμε την απάντησή μας. Παλεύουμε, λοιπόν, για ενιαία ισχυρά πτυχία ως μόνη προϋπόθεση για δουλειά, για την κατάργηση της μαθητείας και την αναγνώριση της άσκησης ως εξαρτημένης εργασίας με πλήρες νομικό προστατευτικό πλαίσιο, αλλά και για το μπλοκάρισμα κάθε πολιτικής που διαλύει το παρόν και το μέλλον μας! Εν τέλει παλεύουμε για δουλειά και ζωή με αξιοπρέπεια.

Γι’ αυτό καλούμε σε μαζική παρέμβαση του Φοιτητικού μας Συλλόγου στην επόμενη συνεδρίαση του ΔΣ του ΔΣΑ τη Δευτέρα 17/12 στις 3:30 στα γραφεία του ΔΣΑ (Ακαδημίας 60)!

Τα συμπεράσματα δικά σας…

Εδώ και 10 χρόνια, κάθε 6η Δεκέμβρη ανοίγει πάντα ο ίδιος διάλογος από τα κυρίαρχα ΜΜΕ. «Μιλάμε για μεμονωμένο περιστατικό», «να τιμωρηθεί ο Κορκονέας, αλλά όλοι οι άλλοι αστυνομικοί τι έκαναν;», σπεύδουν να υποστηρίξουν αμερόληπτοι δημοσιογράφοι στις ειδήσεις των 8. Το κατά πόσο, όμως, το περιστατικό αυτό είναι μεμονωμένο αποδεικνύεται σχεδόν καθημερινά.

Το κράτος που, ως γνωστόν, κατέχει το μονοπώλιο της βίας δεν θέλει τους μετανάστες, τους πρόσφυγες, τους αγωνιστές και λοιπές «περιττές» κοινωνικές ομάδες, με αποτέλεσμα τα όργανα καταστολής του, ως νόμιμοι χρήστες του μονοπωλίου αυτού να το ασκούν απέναντι στους αδύναμους με την πρώτη ευκαιρία. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να πιστέψουμε πως θύματα της αστυνομικής βίας έχουν υπάρξει μόνο οι προαναφερθέντες. Δεν χρειάζεται να δώσεις κάποια αφορμή ή να ανήκεις σε κάποια στοχοποιημένη από το κράτος ομάδα για να χάσεις τη ζωή σου από σφαίρα αστυνομικού. Αρκεί μονάχα να εκληφθεί από το «όργανο» πως με κάποιο τρόπο υποτιμήθηκε η εξουσία του ή, πολύ πιο απλά, αρκεί να έχει μία κακή μέρα και να μην σηκώνει και πολλά-πολλά, βρε αδερφέ. Η πληθώρα τέτοιων περιστατικών, επαρκούν ως απόδειξη.

Μεμονωνομένα περιστατικά ή θύματα της «προστασίας του πολίτη»;

Ενδεικτικές περιπτώσεις από τις καταγεγραμμένες αστυνομικές δολοφονίες στα χρόνια της Μεταπολίτευσης και της «Δημοκρατίας»:

  • 30/4/1976: Ο Σιδερής Ισιδωρόπουλος, 16 ετών, μαθητής και μέλος της «Κ.Ο. Μαχητής» (οργάνωση της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς), κόλλαγε αφίσες στην πλατεία Κοτζιά για τον εορτασμό της Πρωτομαγιάς, όταν στην προσπάθειά του να ξεφύγει από αστυνομικά όργανα που έφτασαν για συλλήψεις, παρασύρθηκε από διερχόμενο αυτοκίνητο. Η κηδεία του μετατράπηκε σε μαχητική διαδήλωση με κεντρικό σύνθημα «Κάτω η Νέα Τρομοκρατία».
  • 28/10/1980: Ο Τάσος Μαγλαρίδης συμμετείχε σε συγκέντρωση αντιστασιακών στη Θεσσαλονίκη, όπου οι διαδηλωτές δέχτηκαν τη βάρβαρη επίθεση της αστυνομίας. Ο 76χρονος, χτυπημένος άσχημα, μεταφέρθηκε στο ΑΧΕΠΑ για να υποκύψει στα τραύματά του ένα μήνα μετά.
  • 16/11/1980: Οι εορταστικές εκδηλώσεις για την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου κορυφώθηκαν με την καθιερωμένη πορεία. Η κυβερνητική απαγόρευση για πορεία προς την αμερικανική πρεσβεία πυροδότησε τις αντιδράσεις μεγάλης ομάδας διαδηλωτών, η οποία επιχείρησε να σπάσει τον κλοιό των αστυνομικών που είχαν παραταχθεί στη Βασιλίσσης Σοφίας μπροστά στη Βουλή. Άνδρες των ΜΑΤ συνέλαβαν την 21χρονη εργάτρια Σταματίνα Κανελλοπούλου και τη χτύπησαν αλύπητα με τα κλομπ τους μέχρι να πέσει νεκρή, ενώ με τον ίδιο τρόπο συνέτριψαν το κρανίο του 26χρονου Ιάκωβου Κουμή, ο οποίος άφησε την τελευταία του πνοή μια εβδομάδα αργότερα στο νοσοκομείο. Οι δολοφόνοι αστυνομικοί δεν βρέθηκαν ποτέ.
  • 17/11/1985: Ο 15χρονος μαθητής Μιχάλης Καλτεζάς σκοτώθηκε από τον αστυνομικό Θανάση Μελίστα κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων και επεισοδίων μικρής έκτασης για την επέτειο του Πολυτεχνείου. Ο Μελίστας, επίλεκτος σκοπευτής του «σώματος», πυροβόλησε πισώπλατα το νεαρό στα Εξάρχεια, καθώς αυτός έτρεχε μαζί με άλλους διαδηλωτές για να διαφύγουν. Ο θάνατος ήταν ακαριαίος. Η είδηση της δολοφονίας του μαθητή διαδίδεται γρήγορα και διάφοροι νεαροί καταλαμβάνουν το κτίριο του Χημείου για να διαμαρτυρηθούν. Ο Μελίστας καταδικάστηκε πρωτόδικα σε δυόμισι χρόνια φυλάκιση με αναστολή και σε δεύτερο βαθμό αθωώθηκε στις 25/1/1990 από το Εφετείο.
  • 10/1/1991: Η μαζικότερη επίθεση κατά πολιτών από τις δυνάμεις καταστολής έγινε την επαύριο της δολοφονίας του καθηγητή Τεμπονέρα από ΟΝΝΕΔίτες. Σε διαδήλωση στην Αθήνα, που κατέληξε σε συγκρούσεις με τα ΜΑΤ, ένα από τα εκατοντάδες δακρυγόνα που ρίχτηκαν προκάλεσε πυρκαγιά στο βιβλιοχαρτοπωλείο Λίβα και στο κτίριο του «Κάπα Μαρούση». Νεκροί από ασφυξία ανασύρθηκαν ο 32χρονος Περικλής Ρεπάκης, ο 57χρονος Μανόλης Κοντόπουλος, ο 59χρονος Ιωάννης Νεμετζίδης και ένα – αγνώστων στοιχείων – νεαρό άτομο. Η υπηρεσιακή ΕΔΕ κουκούλωσε ατην υπόθεση κατηγορώντας τους αντιεξουσιαστές για εμπρησμό του κτιρίου, παρά την ύπαρξη πλήθους μαρτύρων για τα πραγματικά αίτια της πυρκαγιάς.
  • 20/2/1994: Πλήρωμα περιπολικού ερευνούσε για μετανάστες χωρίς χαρτιά σε πορτοκαλεώνα στην Δαλαμανάρα Άργους. Όταν είδε δύο από αυτούς να τρέχουν, ο αστυνομικός Αντώνης Μεζίνης πυροβόλησε έναν Αλβανό μετανάστη, που έπεσε νεκρός.
  • 23/10/1998: Ο 17χρονος Σέρβος μαθητής Μάρκο Μπουλάτοβιτς, που βρισκόταν σε σχολική εκδρομή στη Θεσσαλονίκη, πυροβολείται στην καρδιά από τον αστυνόμο Κυριάκο Βαντούλη, γιατί θεωρήθηκε λανθασμένα, όπως και αποδείχθηκε, «ύποπτος για κλοπή».
  • Οκτώβρης 2006: Οι ελληνικές Αρχές κατηγορούνται ότι έριξαν στη θάλασσα περίπου σαράντα μετανάστες χωρίς χαρτιά, από τους οποίους Τούρκοι λιμενικοί περισυνέλεξαν στα ανοιχτά του Καράμπουρουν της Σμύρνης έξι πτώματα.
  • Μάιος 2008: Ο 24χρονος Νίκος Σακελλίων μετά από αδικαιολόγητο βάναυσο ξυλοδαρμό από τέσσερις αστυνομικούς βρέθηκε νεκρός κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Η σκηνή, μάλιστα, στην τελευταία φάση της καταγράφηκε από κινητό τηλέφωνο αυτόπτη μάρτυρα, το οποίο ουδέποτε προβλήθηκε στο δικαστήριο. Στη συνέχεια, το πτώμα εξαφανίστηκε για δώδεκα ώρες πριν βρεθεί φριχτά κακοποιημένο στην ιατροδικαστική υπηρεσία με συμπτώματα σήψης και ένα σακουλάκι ηρωίνης εντέχνως τοποθετημένο μεταγενέστερα στο λαιμό του.
  • 6/12/2008: Ο μαθητής Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος, 15 ετών, πέφτει νεκρός στα Εξάρχεια από σφαίρα του αστυνομικού Επαμεινώνδα Κορκονέα . Παρά τα όσα λέχθηκαν από τα ΜΜΕ και την υπεράσπιση, στη δίκη αποδείχθηκε ότι είχε προηγηθεί απλώς λεκτικός διαπληκτισμός της παρέας του 15χρονου μαθητή με τους ειδικούς φρουρούς της αστυνομίας, Κορκονέα και Σαραλιώτη, ενόσω αυτοί βρίσκονταν στο περιπολικό,με τους αστυνομικούς να αποχωρούν. Ωστόσο, δύο λεπτά μετά επιστρέφουν το σημείο όπου βρισκόταν η παρέα των μαθητών και ο Κορκονέας δολοφονεί εν ψυχρώ τον άτυχο 15χρονο. Όσα ακολούθησαν την δολοφονία σημάδεψαν μια ολόκληρη γενιά και την αντίληψή της για το κράτος και την αστυνομική βία. Το αυθόρμητο της οργής του λαϊκού και νεολαιίστικου παράγοντα οδήγησε σε μια εξεγερσιακή κατάσταση διαρκείας.
  • 18/3/2009:Η Κατερίνα Γκουλιώνη, αγωνίστρια για την κατάργηση του κολπικού ελέγχου και συνολικότερα για τη βελτίωση των απάνθρωπων συνθηκών κράτησης στις γυναικείες φυλακές, βρέθηκε νεκρή στο τέλος της μεταγωγής της. Πρόκειται για κρατική δολοφονία  που έχει μείνει ατιμώρητη, καθώς γνωστά είναι τα θανατηφόρα βασανιστήρια που πέρασε αυτή (και πολλές άλλες γυναίκες) στα χέρια των φρουρών των φυλακών, τα οποία καταγγέλλονται και στα δημοσιευμένα γράμματά της.


Όπως φαίνεται στις περισσότερες από τις παραπάνω περιπτώσεις, που αποτελούν ένα πολύ μικρό δείγμα των κρατικών δολοφονιών, οι δολοφόνοι αστυνομικοί έχουν μείνει ατιμώρητοι ή τους έχουν επιβληθεί εξοργιστικά ευνοϊκές ποινές.

Η αστυνομία είναι βασικός κατασταλτικός μηχανισμός του κράτους, το οποίο φροντίζει να συγκροτεί όσους ανθρώπους υπάρχουν σε αυτό με τον κατάλληλο τρόπο μέσω συστηματικής ιδεολογικής πλύσης εγκεφάλου ώστε να μπορούν με μεγάλη ευκολία να χρησιμοποιούν βία. Γνωρίζοντας ότι προστατευόμενοι πίσω από την ανωνυμία του κράνους ή κάτω από την προστασία του κράτους και της αδέκαστης δικαιοσύνης του δεν πρόκειται να κατηγορηθούν, πόσω μάλλον να καταδικαστούν, φτάνουμε σε περιστατικά όπου ο αστυνομικός θα σηκώσει το όπλο του ή το γκλόμπ του, θα σημαδέψει κάποιον αποδεχόμενος το ενδεχόμενο του θανάτου του. Άλλωστε, όταν ο πρόεδρος της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Αθήνας, Δημοσθένης Πάκος, ξεδιάντροπα δηλώνει πως «αυτή είναι η πρακτική και σε όποιον αρέσει» φαίνεται πλέον καθαρά πως η αστυνομία έχει το ελεύθερο να καταστείλει ανεξέλεγκτα . Ακόμα και η νομοθεσία που προσπαθεί να δώσει στην αστυνομική βία το περίβλημα του μέτρου του «απολύτως αναγκαίου»  καταλήγει απλά να οπλίζει τα σώματα ασφαλείας  χωρίς ποτέ να ελέγχει τη χρήση της βίας από τους «προστάτες» του πολίτη σε βάρος του. Έτσι, η ελληνική αστυνομία συστηματικά αυτοεξαιρείται από τους κανόνες δικαίου, απολαμβάνοντας ένα καθεστώς διαρκούς και ιδιότυπης ασυλίας. Ούτως ή άλλως, θα ήταν οξύμωρο αν ο κρατικός μηχανισμός επέλεγε να τιμωρήσει μέσω της δικαιοσύνης τα όργανα που λειτουργούν προς όφελός του. Οι αστυνομικοί δεν είναι, λοιπόν απλά άνθρωποι που κάνουν τη δουλειά τους, αλλά σε πάρα πολλές περιπτώσεις έρχονται σε αντιδιαστολή με το «καθήκον» τους, δηλαδή την προστασία του πολίτη. Απένατι, λοιπόν, στη βιαιότητα και την άγρια καταστολή τους, που καταλήγει και σε δολοφονίες, εμείς απαντάμε με τους συλλογικούς και μαζικούς αγώνες λαού και νεολαίας. Για την τιμή όλων αυτών των νεκρών, για τις ζωές μας!